Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η Ευρώπη φιλοδοξεί να καταστεί γεωπολιτική δύναμη. Να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία, να ενισχύσει την αμυντική της ικανότητα, να περιορίσει τις τεχνολογικές και ενεργειακές εξαρτήσεις της και να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο σε ένα διεθνές σύστημα που αναδιαμορφώνεται. Μπορεί, όμως, να επιτύχει αυτούς τους στόχους με λιγότερους κοινούς πόρους και περισσότερους εθνικούς ανταγωνισμούς;

Η πρόταση της Μαρίν Λεπέν για τον γαλλικό προϋπολογισμό του 2027 επαναφέρει το ερώτημα αυτό στο επίκεντρο της συζήτησης για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Advertisement
Advertisement

Στις 6 Οκτωβρίου 2026, ο Εθνικός Συναγερμός παρουσίασε σχέδιο δραστικής μείωσης της γαλλικής συνεισφοράς στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόταση προέβλεπε περικοπή ύψους 11,1 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2027, με στόχο η ετήσια εξοικονόμηση να φτάσει τα 15,3 δισεκατομμύρια έως το 2032. Σύμφωνα με σχετική δημοσιονομική ανάλυση, η συνολική μείωση θα μπορούσε να προσεγγίσει το 60% σε ορίζοντα πενταετίας, με βάση το επίπεδο συνεισφοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον συγκεκριμένο υπολογισμό.

Στις 14 Οκτωβρίου, κατά την επίσκεψή της στις Βρυξέλλες, η Μαρίν Λεπέν επανέλαβε την επιδίωξη περιορισμού της καθαρής γαλλικής συνεισφοράς στα 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η συγκεκριμένη διεκδίκηση αντιστοιχεί σε μικρότερη μείωση από εκείνη που είχε αρχικά προταθεί για την ακαθάριστη συνεισφορά, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλει τον βασικό προσανατολισμό της πολιτικής της: τον δραστικό περιορισμό των γαλλικών δημοσιονομικών υποχρεώσεων απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία, χωρίς να μεταβάλλει τον πυρήνα της πολιτικής της προσέγγισης: η ευρωπαϊκή συμμετοχή αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως δημοσιονομικό κόστος που πρέπει να περιοριστεί και όχι ως στρατηγική επένδυση στη συλλογική ισχύ.

Η εθνική κυριαρχία και τα όριά της

Η επιχειρηματολογία του Εθνικού Συναγερμού βασίζεται στην ανάκτηση του εθνικού ελέγχου απέναντι στους περιορισμούς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πρόκειται για μια θέση που απευθύνεται σε πραγματικές κοινωνικές ανησυχίες σχετικά με την οικονομική ασφάλεια, τη δημοκρατική λογοδοσία και τη δυνατότητα των εθνικών κυβερνήσεων να καθορίζουν τις πολιτικές τους.

Ωστόσο, η κατοχή μιας αρμοδιότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την πραγματική δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησής της.

Advertisement

Η Γαλλία διαθέτει σημαντική οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική ισχύ. Είναι πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία. Ακόμη και αυτή, όμως, αντιμετωπίζει περιορισμούς όταν καλείται να ανταγωνιστεί μόνη της οικονομίες ηπειρωτικής κλίμακας.

Η τεχνολογική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η βιομηχανική ισχύς της Κίνας και η στρατιωτική απειλή της Ρωσίας καθιστούν την ευρωπαϊκή συνεργασία ζήτημα στρατηγικής αναγκαιότητας.

Η ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών, η παραγωγή ημιαγωγών, η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων απαιτούν επενδύσεις και συντονισμό που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των περισσότερων μεμονωμένων ευρωπαϊκών κρατών.

Advertisement

Εδώ αναδεικνύεται η βασική αντίφαση του σύγχρονου εθνικολαϊκισμού: προτείνει την επιστροφή στην εθνική κυριαρχία ως απάντηση σε προκλήσεις που έχουν προ πολλού ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα.

Η κυριαρχία, όμως, δεν είναι μόνο νομική έννοια. Είναι και πραγματική δυνατότητα λήψης και εφαρμογής αποφάσεων. Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί τυπικά την αρμοδιότητα να αποφασίζει, αλλά να στερείται των οικονομικών, τεχνολογικών ή στρατιωτικών μέσων για να επιβάλει τις επιλογές του.

Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός και η πολιτική πραγματικότητα

Advertisement

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει για την περίοδο 2028–2034 έναν επταετή προϋπολογισμό ύψους σχεδόν 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της Ένωσης και περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες αποπληρωμές του χρέους του NextGenerationEU.

Πρόκειται για περιορισμένο δημοσιονομικό μέγεθος σε σχέση με το εύρος των πολιτικών φιλοδοξιών της Ευρώπης.

Advertisement

Η Ένωση καλείται να ενισχύσει την άμυνά της, να χρηματοδοτήσει τη βιομηχανική και τεχνολογική της ανάπτυξη, να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση και να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες γεωπολιτικές πιέσεις. Οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα έχουν ήδη αναδείξει το ευρωπαϊκό επενδυτικό έλλειμμα και τα διαρθρωτικά εμπόδια που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα και την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.

Advertisement

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαρκή ανακύκλωση της συζήτησης για το ποιο κράτος πληρώνει περισσότερα και ποιο εισπράττει λιγότερα.

Η αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων πόρων, η δημοσιονομική πειθαρχία και η διαφάνεια αποτελούν ασφαλώς αναγκαίες προϋποθέσεις. Άλλο, όμως, η απαίτηση για καλύτερη αξιοποίηση του κοινού προϋπολογισμού και άλλο η συστηματική αποδυνάμωση των χρηματοδοτικών μέσων της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Επιπλέον, υπάρχει μια κρίσιμη θεσμική διάσταση που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.

Advertisement

Η Γαλλία δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς τη μείωση της υποχρεωτικής συνεισφοράς της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τα άρθρα 311 και 312 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σύστημα ιδίων πόρων και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο διέπονται από συγκεκριμένες διαδικασίες που απαιτούν, κατά κανόνα, ομοφωνία στο Συμβούλιο, με διακριτό ρόλο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η αναθεώρηση του συστήματος ιδίων πόρων προϋποθέτει επιπλέον την έγκριση όλων των κρατών-μελών σύμφωνα με τις συνταγματικές τους απαιτήσεις.

Μια μονομερής παρακράτηση οφειλόμενων πόρων δεν θα αποτελούσε απλώς μέσο πολιτικής διαπραγμάτευσης, αλλά θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων της Γαλλίας βάσει του ενωσιακού δικαίου, με αντίστοιχες νομικές και οικονομικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής τόκων υπερημερίας.

Η Γαλλία διατηρεί, ασφαλώς, τη δυνατότητα να διεκδικήσει διαφορετικούς όρους χρηματοδότησης της Ένωσης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την περίοδο 2028–2034. Μια τέτοια αλλαγή, ωστόσο, προϋποθέτει την τήρηση των προβλεπόμενων ευρωπαϊκών διαδικασιών και δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή αναθεώρηση των ισχυουσών υποχρεώσεών της.

Το παράδοξο της γαλλικής γεωργίας

Η περίπτωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.

Η Γαλλία αποτελεί τον μεγαλύτερο αποδέκτη ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων σε απόλυτα ποσά. Η ΚΑΠ στηρίζει έναν παραγωγικό τομέα που συνδέεται άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και την οικονομική ταυτότητα της χώρας.

Η ίδια η γαλλική Ακροδεξιά επικαλείται συστηματικά την προστασία της αγροτικής παραγωγής ως θεμελιώδη εθνική προτεραιότητα.

Πώς συμβιβάζεται, λοιπόν, η υπεράσπιση της γαλλικής γεωργίας με την επιδίωξη δραστικής μείωσης της γαλλικής συνεισφοράς στον κοινό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό;

Ασφαλώς, μια τέτοια μείωση δεν θα συνεπαγόταν αυτομάτως αντίστοιχη περικοπή των αγροτικών ενισχύσεων. Εφόσον όμως δεν αντισταθμιζόταν από πρόσθετους πόρους ή ανακατανομή των ευρωπαϊκών δαπανών, θα ασκούσε πίεση στη χρηματοδότηση κοινών πολιτικών, μεταξύ των οποίων και η Κοινή Αγροτική Πολιτική.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς λογιστικό. Η αξία της ευρωπαϊκής συμμετοχής δεν εξαντλείται στο ισοζύγιο εθνικών εισφορών και επιστροφών. Περιλαμβάνει τα οφέλη της ενιαίας αγοράς, την κοινή διαπραγματευτική ισχύ και τη δυνατότητα συλλογικής αντιμετώπισης οικονομικών και γεωπολιτικών κρίσεων.

Αυτήν ακριβώς την ευρύτερη στρατηγική αξία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παραβλέπει μια προσέγγιση που περιορίζει τη συζήτηση στο δημοσιονομικό όφελος κάθε κράτους χωριστά.

Χωρίς πολιτική ενοποίηση, η γεωπολιτική Ευρώπη παραμένει υπόσχεση

Το βαθύτερο πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αποκλειστικά δημοσιονομικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό και πολιτικό.

Επί χρόνια, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αναγνωρίζουν την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας, ισχυρότερης άμυνας και μεγαλύτερης διεθνούς επιρροής. Παράλληλα, όμως, εξακολουθούν να διστάζουν απέναντι στις θεσμικές και δημοσιονομικές αλλαγές που θα επέτρεπαν στην Ένωση να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα και δημοκρατικότερα.

Η διαρκής επίκληση μιας ισχυρής Ευρώπης, χωρίς επαρκείς κοινούς πόρους, χωρίς σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και χωρίς υπέρβαση της ομοφωνίας σε κρίσιμους τομείς, κινδυνεύει να καταλήξει σε πολιτικό σύνθημα.

Από ομοσπονδιακή σκοπιά, το ζητούμενο δεν είναι η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στις Βρυξέλλες. Είναι η οικοδόμηση μιας πολιτικής Ένωσης στην οποία οι αρμοδιότητες θα κατανέμονται με σαφήνεια ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και στο εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

Η κοινή άμυνα, η ενίσχυση των ιδίων πόρων, η δυνατότητα κοινής χρηματοδότησης στρατηγικών επενδύσεων και η αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων δεν αποτελούν αφηρημένες θεσμικές επιδιώξεις. Συνδέονται άμεσα με την ικανότητα της Ευρώπης να προστατεύει τα συμφέροντα και τις κοινωνίες της.

Εξίσου απαραίτητη είναι η δημοκρατική λογοδοσία. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων στο ευρωπαϊκό επίπεδο οφείλει να συνοδεύεται από ισχυρό κοινοβουλευτικό έλεγχο, διαφάνεια και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών.

Η ομοσπονδιακή προοπτική δεν προϋποθέτει την εξαφάνιση των εθνικών κρατών. Προϋποθέτει την κοινή άσκηση εκείνων των αρμοδιοτήτων που τα κράτη δεν μπορούν πλέον να ασκήσουν αποτελεσματικά μόνα τους.

Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στη Λεπέν

Θα ήταν, ωστόσο, πολιτικά ανεπαρκές να περιοριστεί η κριτική στον Εθνικό Συναγερμό.

Ευθύνη για τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης φέρουν και οι πολιτικές ηγεσίες που διακηρύσσουν την ανάγκη μιας ισχυρότερης Ευρώπης, αλλά αποφεύγουν τις αποφάσεις που θα την καταστήσουν πραγματικότητα.

Η στρατηγική αυτονομία δεν οικοδομείται μόνο με διακηρύξεις. Απαιτεί πολιτική βούληση, δημοσιονομική ικανότητα και θεσμούς που μπορούν να αποφασίζουν και να λογοδοτούν.

Ούτε αρκεί η επίκληση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης χωρίς αντίστοιχη αποτελεσματικότητα και διαφάνεια. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση οφείλει να αποδεικνύει στους πολίτες την προστιθέμενη αξία της, όχι να θεωρεί τη συναίνεσή τους δεδομένη.

Το δίλημμα, επομένως, δεν είναι απλώς περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη. Είναι ποια Ευρώπη, με ποιες αρμοδιότητες, ποιους πόρους και ποια δημοκρατική νομιμοποίηση.

Το τίμημα της ευρωπαϊκής αδυναμίας

Σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναπροσδιορίζουν τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, η Κίνα διεκδικεί τεχνολογική και βιομηχανική πρωτοκαθεδρία και η Ρωσία αμφισβητεί έμπρακτα την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τη συλλογική της ισχύ ως δευτερεύον ζήτημα.

Η πρόταση της Μαρίν Λεπέν αναδεικνύει μια βαθύτερη πολιτική αντιπαράθεση: ανάμεσα σε μια Ευρώπη που οργανώνεται πρωτίστως γύρω από τις εθνικές δημοσιονομικές προτεραιότητες και σε μια Ένωση που επιδιώκει να αποκτήσει τα μέσα για την αποτελεσματική άσκηση κοινών πολιτικών.

Η διαφορά δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι γεωπολιτική.

Μια κατακερματισμένη Ευρώπη, χωρίς επαρκείς πόρους και χωρίς δυνατότητα συντονισμένης δράσης, θα παραμένει περισσότερο εκτεθειμένη στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον, του Πεκίνου και της Μόσχας.

Το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το ύψος των εθνικών συνεισφορών στον κοινό προϋπολογισμό. Θα κριθεί από την ικανότητα των Ευρωπαίων να αντιληφθούν ότι η συλλογική ισχύς δεν είναι αντίπαλος της εθνικής κυριαρχίας, αλλά μπορεί να αποτελέσει την ουσιαστικότερη εγγύησή της.

Γιατί το μεγαλύτερο κόστος για την Ευρώπη δεν είναι κατ’ ανάγκην η χρηματοδότηση της ενοποίησής της. Είναι το τίμημα της αδυναμίας της να ενοποιηθεί εκεί όπου οι περιστάσεις το απαιτούν.

Και αυτό το τίμημα δεν θα το πληρώσουν αφηρημένα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Θα το πληρώσουν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πολίτες, με λιγότερη ασφάλεια, μικρότερη οικονομική ισχύ και περιορισμένη δυνατότητα να καθορίζουν το μέλλον τους.