Του Θόδωρου Τσίκα
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που για δεκαετίες απέφευγε να αναγνωρίσει: η ασφάλειά της δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Ο πόλεμος αποκάλυψε όχι μόνο τα κενά των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά και τις δομικές αδυναμίες του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση οργανώνει την άμυνά της.
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στα επίπεδα των αμυντικών δαπανών, στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα ή στις νέες τεχνολογίες. Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο και πρωτίστως πολιτικό. Η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική αμυντική βιομηχανία όσο συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Άμυνα ως άθροισμα εθνικών πολιτικών και όχι ως κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Το δίδαγμα του FCAS
Η πρόσφατη κρίση του προγράμματος FCAS (Future Combat Air System), της κοινής γαλλο-γερμανο-ισπανικής προσπάθειας για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς, ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτό το πρόβλημα. Οι διαφωνίες μεταξύ των εταιρειών Dassault και της Airbus παρουσιάστηκαν ως μια βιομηχανική αντιπαράθεση για την κατανομή του έργου και την τεχνολογική κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, αντανακλούσαν διαφορετικές εθνικές στρατηγικές αντιλήψεις.
Η Γαλλία εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στην εθνική στρατηγική αυτονομία και στον έλεγχο κρίσιμων αμυντικών τεχνολογιών. Η Γερμανία, αντίθετα, προσεγγίζει την Άμυνα περισσότερο μέσα από τη λογική της δια-λειτουργικότητας και της πολυμερούς συνεργασίας. Όταν τέτοιες διαφορές μεταφέρονται στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, η βιομηχανική συνεργασία καταλήγει συχνά να υπονομεύεται από πολιτικές αντιθέσεις.
Το FCAS δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος: της ύπαρξης δεκάδων διαφορετικών οπλικών συστημάτων, παράλληλων εθνικών προγραμμάτων και κατακερματισμένων βιομηχανικών πολιτικών στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής λειτουργούν ως ενιαία στρατηγική οντότητα, με ενιαίο σχεδιασμό και παραγωγή.
Το αποτέλεσμα είναι ένας δαπανηρός κατακερματισμός. Η Ευρώπη επενδύει σημαντικούς πόρους, αλλά δεν μετατρέπει αυτές τις δαπάνες σε αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά κυρίως πώς κατανέμονται και με ποια στρατηγική λογική.
Από τις εθνικές προμήθειες στις κοινές ευρωπαϊκές δυνατότητες
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερες εθνικές δαπάνες. Χρειάζεται μια πραγματική Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Αυτό σημαίνει ισχυρότερο ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών στον καθορισμό κοινών επιχειρησιακών αναγκών, στον συντονισμό των προμηθειών και στη χρηματοδότηση κοινών προγραμμάτων.
Η πρόσφατη απόφαση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ να κινηθούν προς υψηλότερους στόχους αμυντικών δαπανών επιβεβαιώνει ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή αυξημένων υποχρεώσεων. Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών από μόνη της δεν αρκεί. Εάν οι πρόσθετοι πόροι συνεχίσουν να κατευθύνονται μέσα από αποσπασματικά εθνικά προγράμματα, ο κατακερματισμός θα διαιωνιστεί. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερα χρήματα, αλλά καλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική.
Οι πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως το SAFE και το ReArm Europe, αναγνωρίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης. Όμως παραμένουν κυρίως εργαλεία στήριξης εθνικών επιλογών. Χωρίς βαθύτερη θεσμική ολοκλήρωση, κινδυνεύουν να αναπαράγουν το πρόβλημα που επιχειρούν να λύσουν.
Οι ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει σταδιακά να κατευθυνθούν σε κοινά εξοπλιστικά προγράμματα, κοινή έρευνα και ανάπτυξη και κοινές προμήθειες. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση της Ένωσης πρέπει να συνδέεται με πολυεθνική συνεργασία και όχι με παράλληλες εθνικές πρωτοβουλίες.
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει αυτάρκεια σε όπλα. Σημαίνει ικανότητα αυτόνομης δράσης. Αυτό προϋποθέτει κοινό σχεδιασμό, κοινές δυνατότητες και σταδιακά κοινές ευρωπαϊκές στρατιωτικές δομές.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι τομείς στους οποίους η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη: δορυφορικές επικοινωνίες, πληροφορίες και επιτήρηση, στρατηγικές αερομεταφορές, αντι-πυραυλική άμυνα, κυβερνο-άμυνα και ασφαλή στρατιωτικά δίκτυα.
Η νέα στρατηγική πραγματικότητα
Η μετατόπιση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό καθιστά αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Ανεξάρτητα από πολιτικές αλλαγές στην Ουάσιγκτον, η τάση είναι σταθερή: η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της.
Αυτό αποτυπώνεται και στον σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, όπου οι ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να σηκώσουν το βάρος των δυνάμεων υψηλής ετοιμότητας σε περίπτωση κρίσης. Η Ευρώπη οφείλει να προετοιμαστεί για έναν κόσμο, όπου δεν θα μπορεί να βασίζεται στον ίδιο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ως χώρα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σύνθετες γεωπολιτικές προκλήσεις στην περιοχή της, έχει άμεσο συμφέρον από μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση δεν αντικαθιστά το ΝΑΤΟ ούτε τις εθνικές άμυνες, αλλά ενισχύει τη συλλογική αποτροπή και τη στρατηγική ανθεκτικότητα.
Προς μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση
Η Ευρώπη ήδη διαθέτει θεμέλια συνεργασίας: το Eurocorps, τη Γαλλογερμανική Ταξιαρχία, την PESCO και την Ευρωπαϊκή Δύναμη Ταχείας Ανάπτυξης. Αυτό που λείπει δεν είναι οι δομές, αλλά η πολιτική απόφαση να μετατραπούν σε συνεκτικό σύστημα.
Η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Ανάπτυξης και η σταδιακή δημιουργία κοινής χρηματοδότησης μέσω Ευρωπαϊκών Αμυντικών Ομολόγων θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρίσιμα βήματα. Όπως το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως απάντηση σε μια οικονομική κρίση, έτσι και η κοινή χρηματοδότηση της Άμυνας μπορεί να αποτελέσει απάντηση στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση δεν προϋποθέτει ομοσπονδιακό κράτος. Προϋποθέτει όμως κοινή λήψη αποφάσεων, κοινή χρηματοδότηση και κοινή στρατηγική σε έναν τομέα που αφορά άμεσα την επιβίωση και την κυριαρχία της Ένωσης.
Η πρόοδος δεν θα είναι ομοιόμορφη. Οι πολιτικές και στρατηγικές διαφορές καθιστούν δύσκολη μια λύση για όλους. Όμως η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες τομές ξεκινούν συχνά από έναν πυρήνα χωρών, που προχωρούν ταχύτερα και λειτουργούν ως μοχλός ολοκλήρωσης.
Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία, με δυνατότητα σταδιακής διεύρυνσης. Ο στόχος δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η επιτάχυνση της ολοκλήρωσης εκεί όπου υπάρχει πολιτική βούληση.
Το FCAS αναδεικνύει το κεντρικό δίδαγμα: η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει κοινή αμυντική βιομηχανία χωρίς κοινή αμυντική πολιτική. Δεν μπορεί να έχει στρατηγική αυτονομία χωρίς βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση.
Η επιλογή είναι πλέον σαφής: είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει προς μια πραγματική Αμυντική Ένωση είτε θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν κατακερματισμό που υπονομεύει την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή της. Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αστάθειας, η κοινή ευρωπαϊκή Άμυνα δεν είναι επιλογή μακρινής προοπτικής, αλλά προϋπόθεση στρατηγικής επιβίωσης.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)