Το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το αμερικανικό εμπάργκο όπλων αποκάλυψε στην Άγκυρα πόσο ευάλωτη την καθιστούσε η εξάρτηση από ξένους προμηθευτές. Η Τουρκία έβγαλε το συμπέρασμά της και δεν το ξέχασε ποτέ: πενήντα χρόνια μετά, έχει χτίσει μια αμυντική βιομηχανία που ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε αποκαλεί «αμυντική βιομηχανική επανάσταση» και που εξάγει όπλα αξίας 10 δισ. δολαρίων τον χρόνο πάνω από τα μισά σε χώρες του ΝΑΤΟ. Σήμερα, το αποτέλεσμα αποτυπώνεται με τον πιο άβολο τρόπο. Η Ευρώπη, που για δεκαετίες κρατούσε την Τουρκία σε απόσταση, τώρα τη χρειάζεται και το παραδέχεται.
Αυτή είναι η κεντρική εικόνα που αναδεικνύει εκτενές ρεπορτάζ των Financial Times ενόψει της επανεκκίνησης του ευρωτουρκικού διαλόγου και της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και το ενδεχόμενο απόσυρσης της αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» επιβάλλουν, κατά την εφημερίδα, μια βίαιη επανεκτίμηση: η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως δύσκολος σύμμαχος, αλλά ως κρίσιμος στρατηγικός εταίρος.
Από τη «γκάφα» φον ντερ Λάιεν στην απάντηση Ερντογάν
Αφετηρία του δημοσιεύματος είναι η δήλωση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν νωρίτερα φέτος, όταν προειδοποίησε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί υπό την επιρροή Ρωσίας, Κίνας και Τουρκίας τοποθετώντας έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη χώρα δίπλα στους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Ευρώπης. Οι FT τη χαρακτηρίζουν «τρομερή γκάφα». Η Κομισιόν ανακάλεσε αδέξια, αλλά η απάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έμεινε: «Η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο απ’ ό,τι η Τουρκία χρειάζεται την Ευρώπη».
Στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Τουρκία περιγράφεται ως «αναντικατάστατος εταίρος», δεύτερη μόνο μετά τις ΗΠΑ βράχος στη νοτιοανατολική πτέρυγα και μείζων ναυτική δύναμη στη Μαύρη Θάλασσα, με βιομηχανία ικανή για μαζική παραγωγή drones, βλημάτων και πυρομαχικών που οι ευρωπαϊκοί στρατοί χρειάζονται επειγόντως.
Η Άγκυρα, με τη σειρά της, δεν ζητά απλώς πολιτική αναγνώριση, αλλά θέλει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, αμυντικά συμβόλαια και κυρίως την τεχνολογία και τη χρηματοδότηση που τα συνοδεύουν.
Η ανάγκη είναι μετρήσιμη. Οι ευρωπαϊκοί στρατοί, γράφουν οι FT, χρειάζονται τουρκικά βλήματα, drones και χερσαία ισχύ, την ώρα που ο Τραμπ προχωρά σε περικοπές αμερικανικών στρατευμάτων και εξοπλισμού στην Ευρώπη. Η Ευρώπη βρίσκεται εξάλλου σε παρόμοια κούρσα ανασυγκρότησης της δικής της αμυντικής βιομηχανίας και θωράκισης των εφοδιαστικών της αλυσίδων και εκεί η Τουρκία προσφέρει κάτι που ελάχιστοι διαθέτουν: έτοιμη, δοκιμασμένη, φθηνή μαζική παραγωγή σε νατοϊκά πρότυπα.
«Πρέπει να ανοίξουμε το μυαλό μας στην κατανόηση ότι η Τουρκία χρειάζεται να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά μας από άποψη ασφάλειας», δήλωσε τον Ιούνιο ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ. «Αν θέλουμε να επιδείξουμε ισχύ στον κόσμο, πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σε μεγάλη κλίμακα». Η φράση συμπυκνώνει τη μετατόπιση: από την ενταξιακή κόπωση και την κριτική για το κράτος δικαίου, στην ψυχρή ανάγκη για ισχύ και παραγωγή. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως λένε αναλυτές και αξιωματούχοι στους FT, παράλληλα με την προσπάθεια να κρατηθεί ο Τραμπ δεσμευμένος στη Συμμαχία, η ατζέντα της Συνόδου περιλαμβάνει το πόσο βαθιά μπορεί να ενσωματωθεί η Τουρκία και η αμυντική βιομηχανική της βάση στην Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ αποσύρονται.
Παραβλέποντας το άσχημο πρόσωπο της τουρκικής ηγεσίας
Το γεγονός και μόνο ότι η Σύνοδος διεξάγεται στην Τουρκία δείχνει το μέγεθος της αλλαγής: πριν από μια δεκαετία, η πρόταση του Ερντογάν να φιλοξενήσει τη σύνοδο του 2018 στην Κωνσταντινούπολη είχε μπλοκαριστεί από δώδεκα Ευρωπαίους συμμάχους λόγω της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης. Σήμερα ο 72χρονος πρόεδρος παίρνει αυτό που ήθελε: η Σύνοδος θα φιλοξενηθεί στο προεδρικό συγκρότημα Μπεστεπέ των 1.150 δωματίων, με δεσμεύσεις για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες που θέλει να ακούσει ο Ντόναλντ Τραμπ και συμβόλαια για τουρκικά όπλα που θέλει να υπογράψει ο Ερντογάν, σημειώνει η βρετανική εφημερίδα.
Το πιο εύγλωττο μέτρο της ευρωπαϊκής ανάγκης, όμως, δεν είναι όσα λέγονται είναι όσα αποσιωπώνται. Η καθαίρεση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Οζγκιούρ Οζέλ τον Μάιο και η σύλληψη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου δεν προκάλεσαν καμία ουσιαστική αντίδραση από ΗΠΑ και Ευρωπαίους. Ακόμη και όταν, λίγο πριν από τη Σύνοδο, οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν πάνω από 200 άτομα ως ύποπτους για τρομοκρατία ανάμεσά τους δεκάδες περιβαλλοντικούς ακτιβιστές 60 και 70 ετών η Δύση δεν διατάραξε το κλίμα. Μια δεκαετία νωρίτερα, τέτοιες εικόνες αρκούσαν για να μπλοκάρουν μια σύνοδο, σήμερα, όπως γράφουν οι FT, οι ανησυχίες για την τουρκική δημοκρατία και οικονομία «σκουπίζονται κάτω από το κόκκινο χαλί». Τόσο ακριβά τιμολογείται πλέον η τουρκική ισχύς.
Η επιφύλαξη, ωστόσο, δεν είναι ζήτημα ευαισθησιών αλλά συμφέροντος. «Η δημοκρατία και η γεωστρατηγική σταθερότητα δεν είναι ξεχωριστά ζητήματα», λέει στους FT η Σερέν Σελβίν Κορκμάζ του ινστιτούτου IstanPol. «Οι δημοκρατικοί θεσμοί παρέχουν τη θεσμική υποδομή που επιτρέπει στις διεθνείς συμφωνίες να διαρκούν πέρα από μεμονωμένους ηγέτες».
Μια βιομηχανία με κρατική ραχοκοκαλιά
Η τουρκική αυτάρκεια δεν προέκυψε από την αγορά αλλά από το κράτος. Η προσπάθεια που ξεκίνησε μετά το εμπάργκο του 1974 επιταχύνθηκε επί Ερντογάν, με στήριξη προς πολιτικά διασυνδεδεμένες εταιρείες, συχνά μέσω ειδικού ταμείου εκτός προϋπολογισμού, οι δαπάνες του οποίου κορυφώθηκαν το 2018 σε σχεδόν μισή μονάδα του ΑΕΠ περίπου 3 δισ. δολάρια. Τούρκοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν σήμερα ότι πάνω από το 80% των αμυντικών εισροών σε αξία είναι εγχώριο, ενώ ανώτερος αξιωματούχος προβλέπει εξαγωγές 13 δισ. δολαρίων φέτος, αυξημένες κατά 30%. «Η Ευρώπη έχει πολλά να μάθει από εμάς», προσθέτει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Arca Savunma: ιδρύθηκε πριν από έξι μόλις χρόνια από πρώην αξιωματούχο προμηθειών του ΝΑΤΟ και έγινε πέρυσι ο μεγαλύτερος Τούρκος εξαγωγέας αμυντικού υλικού, με συμβόλαια πολλών δισεκατομμυρίων σε Σλοβακία, Βουλγαρία και Εσθονία. «Η Τουρκία έχει επιχειρηματικότητα, τεχνογνωσία και βιομηχανική κλίμακα που μόνο η Γερμανία μπορεί να συναγωνιστεί. Αλλά η Γερμανία είναι ακριβή», λέει ανώτερος αξιωματούχος άμυνας του ΝΑΤΟ. «Οι Τούρκοι εμφανίζονται και στις συνεδριάσεις του ΝΑΤΟ οι καλύτερα προετοιμασμένοι και κάνουν τις πιο δύσκολες ερωτήσεις. Σίγουρα τους θέλεις με το μέρος σου».
Εμπόδια και διμερείς συμφωνίες με κράτη μέλη της ΕΕ
Το πρώτο εμπόδιο είναι θεσμικό: ως μη μέλος της ΕΕ, η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα δανείων 150 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή.
Το παρακάμπτει με διμερείς συμφωνίες: η Baykar του Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, γαμπρού του Ερντογάν, συνεργάζεται με την ιταλική Leonardo, η Repkon χτίζει μονάδες στη Γερμανία, ενώ 30 εκπαιδευτικά αεροσκάφη πουλήθηκαν στην ισπανική αεροπορία σε συμπαραγωγή με την Airbus, έναντι 2,6 δισ. ευρώ. Αναλυτές που επικαλείται το δημοσίευμα εκτιμούν ότι το μοντέλο μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα τουρκικά συστήματα που ενσωματώνουν ευρωπαϊκά όπλα. «Υπάρχει μεγάλο περιθώριο συνεργασίας», λέει ο σύμβουλος άμυνας Άρντα Μεβλουτόγλου. «Οι δυτικές χώρες θα μπορούσαν να “κουμπώσουν” στις τουρκικές πλατφόρμες τα δικά τους ηλεκτρονικά και οπλικά συστήματα».
Το δεύτερο είναι οικονομικό: πληθωρισμός 33% και κράτος δικαίου που «αφήνει το κεφάλαιο εκτεθειμένο», όπως λέει ο ίδιος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ — η Τουρκία κατατάχθηκε 118η σε 143 χώρες στον Δείκτη Κράτους Δικαίου 2025, μία θέση πάνω από τη Ρωσία.
Το τρίτο είναι η αξιοπιστία. Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν παραδέχθηκε πέρυσι ότι το μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN, «κόσμημα» της εγχώριας βιομηχανίας, εξαρτάται από ξένους κινητήρες, ενώ ο βαλλιστικός Yıldırımhan παρουσιάστηκε με απίθανο βεληνεκές 6.000 χιλιομέτρων — δεκαπλάσιο του σημερινού τουρκικού ρεκόρ. Το ερώτημα που θέτει δεύτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος άμυνας είναι ωμό: «Θα εμπιστευθούν πραγματικά οι μεγάλοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ σε αυτούς την ασφάλειά τους;»
Αμοιβαία ανάγκη, αμοιβαία δυσπιστία
Η γεωγραφία, εξάλλου, προσθέτει στο τουρκικό χαρτοφυλάκιο: ο «Μεσαίος Διάδρομος» μεταφορών και ενέργειας προς την Κίνα, τον οποίο η Ευρώπη θέλει να ενισχύσει, περνά μέσα από την Τουρκία άλλο ένα σημείο στο οποίο οι Βρυξέλλες δύσκολα βρίσκουν εναλλακτική.
Η εξάρτηση, πάντως, είναι αμφίδρομη. Ήταν αντιαεροπορικές συστοιχίες του ΝΑΤΟ όχι τουρκικές, που κατέρριψαν φέτος τους τέσσερις ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους με κατεύθυνση την Τουρκία. Η Ευρώπη αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ του τουρκικού εμπορίου των 720 δισ. ευρώ ετησίως. «Η Ευρώπη είναι τα μόνα ασφαλή και ειρηνικά σύνορά μας», παραδέχεται ανώτερος Τούρκος αξιωματούχος.
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Τουρκίας, που άρχισαν το 2005, πάγωσαν το 2018. Η τελωνειακή ένωση του 1995 χρειάζεται εκσυγχρονισμό, όμως αυτό θα απαιτούσε πολιτικά δύσκολες αλλαγές από την Άγκυρα, όπως διαφανείς κανόνες στις δημόσιες συμβάσεις.
Υπάρχει και η βαθύτερη αβεβαιότητα που γεννά ο αυξανόμενος αυταρχισμός της Τουρκίας. Αν η χώρα διολίσθαινε σε πλήρως αυταρχικό καθεστώς, λένε οι επικριτές, η κυβέρνηση θα έδινε προτεραιότητα στην εξάλειψη εσωτερικών απειλών και όχι στην αντιμετώπιση κοινών εξωτερικών κινδύνων όπως συνέβη στην Ουγγαρία υπό τον Βίκτορ Όρμπαν.
Προς το παρόν, ΕΕ και Τουρκία αναζητούν τη θέση τους σε μια νέα τάξη ασφάλειας, σε έναν κόσμο όπου οι ΗΠΑ δεν παίζουν πια τον ρόλο που είχαν κάποτε στην ευρωπαϊκή άμυνα.
«Γι’ αυτό η κληρονομιά της αμοιβαίας δυσπιστίας μετρά σήμερα περισσότερο από ποτέ», λέει ο Σινάν Ούλγκεν, διευθυντής του think tank EDAM με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
«Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι: όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, θα σταθεί η Τουρκία στο πλευρό της ΕΕ ή θα μείνει στην άκρη; Το ερώτημα για την Τουρκία είναι: θα οδηγήσει αυτό το αδιέξοδο σε ένα δυσλειτουργικό ΝΑΤΟ και σε μια ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική που την αποκλείει;»
«Στη χειρότερη περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα όλα όσα μέχρι τώρα φοβούνταν όλοι: μια πιο αδύναμη Ευρώπη και μια Τουρκία αναγκασμένη να τα βγάλει πέρα μόνη της», προσθέτει ο Ούλγκεν. «Θα ήταν αχαρτογράφητα νερά».
Όσον αφορά τη χώρα μας το συμπέρασμα είναι διπλά άβολο. Η Ελλάδα, που από το ίδιο 1974 συνήγαγε το δόγμα της απειλής από ανατολάς παρέμεινε στρατηγικά προσδεμένη σε ξένα οπλικά συστήματα, χωρίς εγχώρια παραγωγική βάση. Ο γείτονας που έμαθε από το 1974 κάθεται τώρα στο τραπέζι της ευρωπαϊκής άμυνας και επιχειρεί να θέσει τους όρους του σε μια σειρά ζωτικών ζητημάτων και η Ευρώπη δείχνει διατεθειμένη να πληρώσει το τίμημα της σιωπής για να τον κρατήσει εκεί.
Πηγή: Financial Times