Σε επίσημη επανεκκίνηση της ευρωτουρκικής ατζέντας οδηγεί το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε αργά το βράδυ της Τρίτης μετά τη συνάντηση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν με την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ και αντιπρόεδρο της Κομισιόν Κάγια Κάλας, την Επίτροπο Διεύρυνσης Μάρτα Κος και τον Επίτροπο Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ στην Άγκυρα.
Η σημειολογία είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η κοινή ανακοίνωση ήρθε στις 30 Ιουνίου, την τελευταία ημέρα της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ και λίγες ώρες πριν την ανάληψη της Προεδρίας από την Ιρλανδία την 1η Ιουλίου. Με άλλα λόγια, η επανεκκίνηση των ευρωτουρκικών διαλόγων ανακοινώθηκε στο μεταίχμιο ακριβώς ανάμεσα σε μια Προεδρία κράτους μέλους που η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει και σε ένα νέο εξάμηνο κατά το οποίο η Τουρκία προσδοκά σαφώς μεγαλύτερη κινητικότητα στις σχέσεις της με τις Βρυξέλλες.
Φιντάν: Η Τουρκία ζητά «αξιοκρατία» και σχέσεις «χωρίς διακρίσεις»
Την τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης αποτύπωσε και ο Χακάν Φιντάν με ανάρτησή του στο X. «Όπως δήλωσε και ο Πρόεδρός μας, η ένταξη στην ΕΕ παραμένει στρατηγικός στόχος για τη χώρα μας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Άγκυρα είναι έτοιμη να αναπτύξει τις σχέσεις της με την ΕΕ «στη βάση αυτής της αντίληψης».
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών σημείωσε επίσης ότι η Τουρκία αναμένει από την ΕΕ να προωθήσει τις σχέσεις της με την Άγκυρα «στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων και αξιοκρατίας, χωρίς διακρίσεις», εκφράζοντας την ελπίδα ότι η κοινή επίσκεψη Κάλας, Κος και Μπρούνερ θα αποτελέσει «σημαντικό βήμα» για την αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων «στο επίπεδο που επιθυμούμε».
Η «στρατηγική αξία» της Τουρκίας
Σύμφωνα με το κοινό ανακοινωθέν, οι δύο πλευρές, όπως αναφέρεται αυτολεξεί, «συζήτησαν τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας σε παγκόσμια προοπτική, υπενθυμίζοντας το καθεστώς της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας και αναγνωρίζοντας τη στρατηγική αξία των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ στην προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας και της οικονομικής ανθεκτικότητας σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο».
Η φράση «στρατηγική αξία» είναι το κλειδί του ανακοινωθέντος. Η ΕΕ δεν περιγράφει πλέον την Τουρκία μόνο ως δύσκολο γείτονα ή ως υποψήφια χώρα με ουσιαστικά παγωμένη ενταξιακή πορεία. Την αντιμετωπίζει ως παράγοντα που θεωρείται κρίσιμος σε μια σειρά από μέτωπα: ασφάλεια, μετανάστευση, ενέργεια, εμπόριο, άμυνα, Ουκρανία, Μέση Ανατολή και Νότιο Καύκασο.
Το ανακοινωθέν σημειώνει ότι οι δύο πλευρές «εξέτασαν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων της οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας, της διασυνδεσιμότητας, της μετανάστευσης, της ασφάλειας και των κοινών προκλήσεων στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας».
Και προσθέτει: «Επαναβεβαίωσαν την κοινή αποφασιστικότητα να λάβουν μέτρα που θα ενισχύσουν περαιτέρω τη συνεργατική και αμοιβαία επωφελή σχέση στους τομείς αυτούς».
Κυπριακό και «καλή γειτονία» στο κείμενο, αλλά με προσεκτική γλώσσα
Στο κοινό ανακοινωθέν υπάρχει και η αναφορά που ενδιαφέρει άμεσα Ελλάδα και Κύπρο. Οι δύο πλευρές «συμφώνησαν ως προς τη σημασία της περιφερειακής σταθερότητας και των σχέσεων καλής γειτονίας».
Αμέσως μετά, «εξέφρασαν στήριξη στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό».
Η διατύπωση είναι λιτή και προσεκτική. Δεν υπάρχει αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε σε συγκεκριμένο πλαίσιο λύσης. Ωστόσο, το γεγονός ότι το Κυπριακό μπαίνει σε κοινό ανακοινωθέν ΕΕ-Τουρκίας έχει πολιτική σημασία, ιδίως όταν το ίδιο κείμενο σηματοδοτεί ταυτόχρονα την επανεκκίνηση της ευρωτουρκικής ατζέντας ακριβώς στο τέλος της Κυπριακής Προεδρίας.
Το ευρωπαϊκό «αλλά»: κράτος δικαίου και θεμελιώδη δικαιώματα
Το ανακοινωθέν περιλαμβάνει και τις ευρωπαϊκές επιφυλάξεις. «Η πλευρά της ΕΕ τόνισε, στο πλαίσιο της διεύρυνσης, την ανάγκη ενίσχυσης του κράτους δικαίου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της διασφάλισης υψηλών δημοκρατικών προτύπων».
Η διατύπωση έχει σημασία: δεν πρόκειται για κοινή δέσμευση ΕΕ και Τουρκίας, αλλά για θέση της «πλευράς της ΕΕ». Με άλλα λόγια, η επαναπροσέγγιση προχωρά, όμως οι Βρυξέλλες κρατούν στο κείμενο το ζήτημα του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία εξακολουθεί να δέχεται έντονη κριτική για την εσωτερική της κατάσταση.
Ουκρανία, Ρωσία και η αιχμή για τις κυρώσεις
Στην εξωτερική πολιτική, οι δύο πλευρές «αντάλλαξαν απόψεις» για Ουκρανία, Ρωσία, Μέση Ανατολή, Αφρική και Νότιο Καύκασο, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευσή τους σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Για την Ουκρανία, το κείμενο αναφέρει ότι ΕΕ και Τουρκία «μοιράζονται δέσμευση» για την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητά της, καθώς και για μια «δίκαιη και διαρκή ειρήνη» βάσει διεθνούς δικαίου, μια αναφορά με βάρος, καθώς οι συζητήσεις για μελλοντικές εγγυήσεις ασφαλείας και πιθανή διεθνή στρατιωτική παρουσία σε μεταπολεμική Ουκρανία βρίσκονται ήδη στο τραπέζι.
Αμέσως μετά, όμως, η ΕΕ υπενθυμίζει «τη σημασία της αποτροπής της παράκαμψης των κυρώσεων της ΕΕ από όλα τα κράτη». Η διατύπωση δείχνει το διπλό μήνυμα των Βρυξελλών: η Τουρκία θεωρείται χρήσιμος συνομιλητής στο ουκρανικό, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως πίσω πόρτα για την παράκαμψη των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Άμυνα και ασφάλεια: η Τουρκία ζητά ρόλο, η ΕΕ ανοίγει διάλογο
Στο πεδίο της ασφάλειας και της άμυνας, το κοινό ανακοινωθέν αναφέρει ότι οι δύο πλευρές «υπογράμμισαν τη σημασία της ενίσχυσης του διαλόγου και της συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας, σε συμπληρωματικότητα με το ΝΑΤΟ».
Η φράση αυτή ανοίγει πολιτικά την πόρτα για πιο συστηματικό διάλογο ΕΕ-Τουρκίας στην άμυνα, χωρίς όμως να κατονομάζει συγκεκριμένα εργαλεία, όπως το SAFE. Έρχεται, ωστόσο, την ώρα που η Άγκυρα πιέζει ανοιχτά για ρόλο στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες.
Ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δώσει το μήνυμα λίγες ημέρες νωρίτερα: «Δεν υπάρχει κανένα όφελος για κανέναν από τον αποκλεισμό των αμυντικών δυνατοτήτων της Τουρκίας λόγω στενών πολιτικών συμφερόντων», είχε δηλώσει. «Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο ασφάλειας και άμυνας σε όλη τη Συμμαχία, που θα εκτείνεται από το Τέξας έως την Άγκυρα, χωρίς επιφυλάξεις ή όρους».
Τελωνειακή ένωση, βιομηχανική πολιτική και SEPA
Στο οικονομικό σκέλος, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις προσπάθειες για καλύτερη εφαρμογή και εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης, ενώ υπογράμμισαν τη σημασία μιας «συμπεριληπτικής και αμοιβαίας προσέγγισης» στη βιομηχανική πολιτική. Για την Άγκυρα, το μήνυμα είναι σαφές: επιδιώκει στενότερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή βιομηχανική και αμυντική αλυσίδα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο SEPA, καθώς οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι «η πιθανή συμμετοχή της Τουρκίας στον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε Ευρώ θα ήταν επωφελής». Το SEPA διευκολύνει μεταφορές χρημάτων, άμεσες χρεώσεις και πληρωμές σε ευρώ με ενιαίους κανόνες. Για την Τουρκία δεν θα σήμαινε ένταξη στην ευρωζώνη, αλλά βαθύτερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική υποδομή και ευκολότερες συναλλαγές με την ΕΕ.
Βίζες, μετανάστευση και σύνορα
Στις βίζες, οι δύο πλευρές συζήτησαν την πορεία του Διαλόγου για την Απελευθέρωση των Θεωρήσεων και τις διαδικασίες για τους Τούρκους πολίτες.
Στο μεταναστευτικό, «αναγνώρισαν την τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση και τον πιθανό αντίκτυπό της στις μετακινήσεις πληθυσμών, έθεσαν τις κοινές προκλήσεις για την ΕΕ και την Τουρκία και εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να συνεργαστούν για την αντιμετώπισή τους, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της συνεργασίας στη διαχείριση των συνόρων και στην καταπολέμηση της διακίνησης μεταναστών».
Υπενθυμίζεται ότι η Άγκυρα έχει λάβει κονδύλια για το μεταναστευτικό ύψους 12,3 δισ. ευρώ έως το 2027, και παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων απαιτήσεων χρηματοδότησης, χωρίς αυτό να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από ΕΕ και Τουρκία.
Ενέργεια, μεταφορές, ψηφιοποίηση και ΕΤΕπ
Στο πεδίο της διασυνδεσιμότητας, το ανακοινωθέν αναφέρει ότι οι δύο πλευρές «υπογράμμισαν τη σημασία της συνεργασίας στο εμπόριο, την ενέργεια, τις μεταφορές και την ψηφιοποίηση, επίσης στο πλαίσιο της περιφερειακής ατζέντας διασυνδεσιμότητας».
Στο ίδιο πλαίσιο, «χαιρέτισαν τη σταδιακή επανέναρξη των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Τουρκία».
Η επανενεργοποίηση της ΕΤΕπ στην Τουρκία είναι από τα πιο απτά οικονομικά σήματα του ανακοινωθέντος. Δείχνει ότι η επαναπροσέγγιση δεν μένει στη διπλωματική γλώσσα, αλλά μπορεί να μεταφραστεί σε χρηματοδοτήσεις, έργα υποδομών και οικονομική συνεργασία.
Νέοι διάλογοι υψηλού επιπέδου πριν από το τέλος του έτους
Το πιο επιχειρησιακό σημείο βρίσκεται στο τέλος. Οι δύο πλευρές «συμφώνησαν να συναντηθούν ξανά και να προγραμματίσουν προσεχείς γύρους διαλόγων υψηλού επιπέδου, κατά προτίμηση πριν από το τέλος του έτους, συμπεριλαμβανομένων της οικονομίας, του εμπορίου, της μετανάστευσης, της ασφάλειας, της υγείας, της επιστήμης και της καινοτομίας και της γεωργίας».
Με άλλα λόγια, η επαναπροσέγγιση δεν μένει στα λόγια, αλλά αποκτά χρονοδιάγραμμα. Το ζητούμενο είναι το άνοιγμα των διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με την Άγκυρα να μην μετατρέψει το Κυπριακό και τις τουρκικές απειλές κατά της Ελλάδας σε απλές υποσημειώσεις μιας μεγαλύτερης γεωπολιτικής συναλλαγής.