Με τα κράτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ξοδεύουν κάθε χρόνο 4πλάσια προϋπολογισμό για τα εξοπλιστικά τους προγράμματα σε σχέση με τα 150 δισ. ευρώ του προγράμματος SAFE που έχει ανακοινώσει η Κομισιόν για τα επόμενα 7 χρόνια, η στρατιωτική ανεξαρτησία της Ευρώπης δεν σκοντάφτει στους προϋπολογισμούς (άλλωστε λεφτά υπάρχουν) αλλά στην ικανότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Μπορεί η Ευρώπη να κατασκευάσει όσα οπλικά συστήματα χρειάζεται;
Αυτό το ερώτημα γίνεται όλο και πιο κρίσιμο ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ την επόμενη εβδομάδα στην Άγκυρα της Τουρκίας, όπου οι ευρωπαίοι θα καθορίσουν τον οδικό χάρτη για την επίτευξη νέων στόχων δαπανών, ώστε να «μετατραπούν οι συμμαχικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένα αποτελέσματα».
Ωστόσο, η πορεία από την έγκριση ενός προϋπολογισμού έως την παράδοση όπλων έχει αποδειχθεί άνιση όταν μεσολαβεί και η τεράστια γραφειοκρατία στους κόλπους της ΕΕ.
Όπως αναφέρει το CMBC, αυτό συμπληρώνουν οι καθυστερήσεις στις προμήθειες, τα κατακερματισμένα εθνικά προγράμματα, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και οι πιεσμένες αλυσίδες εφοδιασμού που εγείρουν αμφιβολίες για το πόσο γρήγορα μπορεί η Ευρώπη να δημιουργήσει μια βιομηχανική βάση όταν μετά το τέλος του ΒΠΠ αυτό το ρόλο τον είχε αναθέσει στο ΝΑΤΟ.
Όμως οι σκληρές πιέσεις των ΗΠΑ για δραματική αύξηση των αμυντικών δαπανών, έχει δείξει στην Ευρώπη ότι δεν μπορεί πλέον να ζει υπό την προστασία των ΗΠΑ.
Η πίεση εντάθηκε όταν ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγσεθ, ανακοίνωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα μια αναθεώρηση των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη και προειδοποίησε ότι οι σύμμαχοι που δεν θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για τις δαπάνες, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν συνέπειες.
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να διανύει τον τέταρτο χρόνο, οι ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες βλέπουν τις παραγγελίες τους να έχουν εκτοξευτεί καθώς η Ρωσία είναι «ο επίσημος εχθρός της Ευρώπης».
Οι Rheinmetall, BAE Systems, Leonardo, Thales και Saab, δέχονται συνεχώς στρατιωτικές παραγγελίες με την McKinsey να υπολογίζει ότι οι βασικές αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη έχουν διπλασιαστεί από το 2019 και θα μπορούσαν να φτάσουν τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, φτάνοντας τις πιέσεις του ΝΑΤΟ, για 3,5% του ΑΕΠ στην άμυνα.
Την περασμένη εβδομάδα, η Γερμανία ακύρωσε ένα πρόγραμμα φρεγατών F126 πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ μετά από καθυστερήσεις και αναμενόμενες αυξήσεις κόστους, και δήλωσε ότι θα αγόραζε οκτώ μικρότερες φρεγάτες Meko A-200 από την ThyssenKrupp Marine Systems (TKMS) αντ’ αυτού. Οι μετοχές της Rheinmetall, η οποία αναμενόταν να είναι ο κύριος ανάδοχος του εγκαταλελειμμένου προγράμματος, έπεσαν κατακόρυφα.
«Αυτή η είδηση μας υπενθυμίζει ότι οι κυβερνήσεις μπορούν και αλλάζουν γνώμη», ανέφεραν οι αναλυτές της JP Morgan, προκαλώντας αναστάστατωση στις αγορές.
Αν και ο αμυντικός προϋπολογισμός της Γερμανίας εξακολουθεί να αυξάνεται ραγδαία η ακύρωση της παραγγελίας είναι ένα παράδειγμα ότι οι κυβερνήσεις επαναξιολογούν τις προτεραιότητές τους, όπως το κόστος των προμηθειών, τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης και τη στρατιωτική στρατηγική τους, προκαλώντας πανικό.
Τι εμποδίζει την προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης
Όπως αναφέρει το CNBC, η οικοδόμηση της ικανότητας που χρειάζεται η Ευρώπη για να διασφαλίσει τη στρατηγική αυτονομία έχει αποδειχθεί δύσκολη.
Παρόλο που οι επενδύσεις στην άμυνα έχουν αυξηθεί απότομα, τα αποθέματα εξοπλισμού στις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ παραμένουν κάτω από τα επίπεδα του 2021, με την Ουκρανία να έχει λειτουργήσει ως νεκροταφείο παλαιών οπλικών συστημάτων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο για να μην πάνε χαμένα χωρίς σκούριαζαν στις αποθήκες εν καιρό ειρήνης.
Σύμφωνα με έκθεση της McKinsey τον Φεβρουάριο, η αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης «δεν έχει χρησιμοποιηθεί για δεκαετίες για παραγωγή μεγάλης κλίμακας». Εκτός από τις μεγάλες εταιρείες, ο τομέας εξαρτάται από πολλούς μικρότερες προμηθευτές οι οποίοι δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στις τεράστιες παραγγελίες.
«Αν λείπει ένα ή δύο ανταλλακτικά, τα νέα αεροσκάφη δεν μπορούν να παραδοθούν» αναφέρει και η έκθεση της S&P Global Ratings.
Ο οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προειδοποίησε επίσης ότι οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες θα είναι άνισες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής κινούνται ταχύτερα, η Γερμανία έχει μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για επιτάχυνση, ενώ η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και μέρη της νότιας Ευρώπης αντιμετωπίζουν μεγαλύτερους περιορισμούς χρέους και ανταγωνιστικές πολιτικές προτεραιότητες.
Οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την πιστοληπτική ικανότητα των αμυντικών εταιρειών, ανέφερε η S&P, αλλά μπορεί να προσθέσουν πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και να επιβάλουν πολιτικά δύσκολους συμβιβασμούς.
Παράλληλα, η Ευρώπη παραμένει δομικά εξαρτημένη από τους Αμερικανούς προμηθευτές της για μαχητικά αεροσκάφη, συστήματα αεράμυνας, όπλα ακριβείας, ηλεκτρονικά, λογισμικό και στρατηγικούς παράγοντες όπως η νοημοσύνη, η επιτήρηση, η αερομεταφορά και η διοίκηση και ο έλεγχος.
Αυτό σημαίνει ότι όσο μεγάλοι κι αν είναι οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί δεν μπορούν να χτίσουν εν μία νυκτί, την ανεξάρτητη ευρωπαϊκή αμυντική βάση.
Σήμερα, περίπου το 50% των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών εισάγεται στην Ευρώπη, με το υπόλοιπο να πηγαίνει σε ΗΠΑ, Ισραήλ και Νότια Κορέα.
Ο Stefan Wintels, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής κρατικής τράπεζας KfW, δήλωσε στο CNBC ότι η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας «δεν είναι ένα βραχυπρόθεσμο σχέδιο», αλλά η Ευρώπη χρειάζεται ανταγωνιστικότητα τιμών και μια πιο ενωμένη ευρωπαϊκή πολιτική για να λειτουργήσει.
Ο Wintels δήλωσε επίσης ότι η Γερμανογαλλική σύμπραξη για τον κατασκευαστή αρμάτων μάχης KNDS είναι ένα καλό μοντέλο ευρωπαϊκής συνεργασίας. Γαλλία και Γερμανία συμφώνησαν να γίνουν ισότιμοι μέτοχοι με ποσοστό 40% για την κατασκευή των Leopard 2, ενόψει της προγραμματισμένης εισόδου της εταιρείας στα χρηματιστήρια του Παρισιού και της Φρανκφούρτης.