Γράφει ο Μιχάλης Μαθιουλάκης, Αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Διδάκτορας Ενεργειακής Στρατηγικής του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Greek Energy Forum και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.
*
Αυτές τις μέρες ακούμε συνέχεια περί «ανόδου» της έντασης στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας και περί «επιστροφής» των τριβών μεταξύ των δύο χωρών. Η σχετική συζήτηση δημιουργεί συχνά την εντύπωση ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν ένα ευρύτατο περιθώριο κίνησης μεταξύ ανταγωνισμού και συνεργασίας των δύο χωρών. Αν και αυτό μπορεί να ισχύει στα θέματα χαμηλής πολιτικής, δεν έχει καμία βάση όσον αφορά τη δομή και την ουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Οφείλουμε κάποια στιγμή να κατανοήσουμε ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι, στη δομή τους, ίδιες και απαράλλαχτες τις τελευταίες δεκαετίες.
Η Τουρκία, λόγω μεγέθους, πληθυσμού, οικονομίας, αλλά και της δομής του πολιτικού και διοικητικού της συστήματος, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κυρίαρχο περιφερειακό δρώντα. Αυτή η αντίληψη συνεπάγεται ότι η Άγκυρα βρίσκει φυσικό να διεκδικεί τον χώρο και την επιρροή που θεωρεί ότι της αναλογούν σύμφωνα με τη δική της ανάγνωση των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος. Αντίστοιχα, αντιμετωπίζει ως πρόκληση οποιαδήποτε εξέλιξη θεωρεί ότι περιορίζει αυτή τη θέση και αυτό αποτελεί μια σταθερά της τουρκικής στρατηγικής συμπεριφοράς.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, η ένταση της ρητορικής μεταβάλλεται, οι διεθνείς συγκυρίες δημιουργούν διαφορετικά περιθώρια κινήσεων, αλλά η βασική αντίληψη της Τουρκίας για τον ρόλο της στην περιοχή παρουσιάζει εντυπωσιακή συνέχεια.
Εκείνο λοιπόν που επηρεάζει περισσότερο την ένταση με την οποία εκδηλώνεται αυτή η συμπεριφορά είναι η στάση της Ελλάδας και, κυρίως, η εκτίμηση που κάνει η Άγκυρα για το πιθανό κόστος και όφελος των επιλογών της.
- Όταν η Ελλάδα είναι, ή εμφανίζεται, αδύναμη και υποχωρητική, η Τουρκία προσκομίζει οφέλη έναντι της Ελλάδας χωρίς κόστος και έτσι έχει λιγότερους λόγους να προκαλεί εμφανείς «εντάσεις». Μπορεί να προωθεί τις επιδιώξεις της με μεγαλύτερη «ηρεμία», ακριβώς επειδή εκτιμά ότι το κόστος που θα αντιμετωπίσει είναι περιορισμένο.
- Όταν, αντιθέτως, η Ελλάδα ενισχύει τις αποτρεπτικές της δυνατότητες και η διπλωματία της μετατρέπει αυτή την ισχύ σε διεθνή ερείσματα και συνεργασίες, η αντίδραση της Τουρκίας γίνεται περισσότερο ορατή. Τότε εμφανίζονται οι δηλώσεις, οι αντιδράσεις και οι «εντάσεις» που καταγράφονται στη δημόσια συζήτηση.
Από αυτή την άποψη, είναι τραγικά λανθασμένη η αντίληψη ότι η ενδυνάμωση της Ελλάδας προκαλεί την ένταση και αυξάνει από μόνη της τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης και ότι, κατά συνέπεια, μια περισσότερο υποχωρητική στάση θα εξασφάλιζε την ηρεμία.
Εξίσου λανθασμένη βέβαια είναι η αντίθετη ανάγνωση: ότι η σημερινή συγκυρία και η ενίσχυση των ελληνικών δυνατοτήτων δημιουργούν ένα μομέντουμ το οποίο μας επιτρέπει να «βάλουμε την Τουρκία στη θέση της». Μια τέτοια προσέγγιση παραγνωρίζει τον μακροχρόνιο και δομικό χαρακτήρα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Οι σχέσεις μας και τα προβλήματα με την Τουρκία θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Η γεωγραφία, η κατανομή ισχύος, οι διαφορετικές αντιλήψεις για τον περιφερειακό ρόλο των δύο κρατών και τα αντικρουόμενα συμφέροντα θα εξακολουθούν να παράγουν τριβές. Η θέση των δύο χωρών και η δομή των οικονομιών και κοινωνιών μας είναι τέτοια που πάντα θα παράγει τις ίδιες διαφορές.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια λύση «μια κι έξω» ούτε μέσω υποχωρήσεων ούτε μέσω ενδυνάμωσης. Υπάρχει, όμως, η δυνατότητα, και η αναγκαιότητα για την Ελλάδα, της βέλτιστης διαχείρισης αυτής της κατάστασης στο διηνεκές. Και ο βασικός μηχανισμός αυτής της διαχείρισης είναι η αποτροπή: η δημιουργία μιας σταθερής αντίληψης στην Άγκυρα ότι η επιδίωξη ανέξοδων κερδών εις βάρος της Ελλάδας έχει περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας και μπορεί να συνεπάγεται υψηλό κόστος.
Το καλώδιο ως εφαρμογή αυτής της στρατηγικής
Η πόντιση του Great Sea Interconnector (GSI) για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο αυτή η λογική μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.
- Η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό στις απαραίτητες εργασίες βυθομέτρησης και πόντισης. Με ηρεμία, χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες και, χωρίς μια διαρκή δημόσια συζήτηση από την πολιτική ηγεσία που μετατρέπει μια επιχειρησιακή διαδικασία σε καθημερινό τεστ αποφασιστικότητας.
- Η ταχύτητα έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία. Όσο πιο συγκεκριμένο και περιορισμένο είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται οι προετοιμασίες και οι εργασίες, τόσο μικρότερο είναι και το χρονικό παράθυρο μέσα στο οποίο η Τουρκία θα θεωρεί ότι οφείλει να επιδείξει έμπρακτα την αντίδρασή της.
- Παράλληλα, απαιτείται σοβαρή προετοιμασία. Εγρήγορση των Ενόπλων Δυνάμεων, διπλωματική κινητοποίηση και αξιοποίηση των συνεργασιών με τρίτες χώρες πρέπει να δημιουργούν εκ των προτέρων ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μια ουσιαστική κλιμάκωση θα εμφανίζεται ως επιλογή υψηλού κόστους και περιορισμένου οφέλους.
Η Τουρκία, όπως κάθε ορθολογικός κρατικός δρών, επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της και να περιορίσει το κόστος των ενεργειών της. Ένα θερμό επεισόδιο και, ακόμη περισσότερο, μια ευρύτερη κλιμάκωση δημιουργούν δυνητικά σημαντικό κόστος για την Άγκυρα. Εφόσον δεν συνοδεύονται από ένα αντίστοιχα ουσιαστικό και εφικτό όφελος, η επιλογή της κλιμάκωσης γίνεται λιγότερο ελκυστική.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της αποτροπής. Η Ελλάδα χρειάζεται να διαμορφώνει τις συνθήκες ώστε η τουρκική ηγεσία, κάνοντας τη δική της ανάλυση κόστους και οφέλους, να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κλιμάκωση δεν τη συμφέρει.
Για τον ίδιο λόγο χρειάζεται να αποφεύγονται δύο εξίσου επικίνδυνες συμπεριφορές. Οι παλικαρισμοί χωρίς επαρκή στρατιωτική και διπλωματική προετοιμασία μπορούν να δημιουργήσουν μια δυναμική κλιμάκωσης που δύσκολα ελέγχεται. Από την άλλη πλευρά, μια υποχώρηση από το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, θα μπορούσε να δημιουργήσει στην Άγκυρα την αντίληψη ότι η αύξηση της πίεσης απέναντι στην Ελλάδα παράγει αποτελέσματα με μικρό κόστος.
Οφείλουμε λοιπόν να πάμε μπροστά με τις εργασίες του καλωδίου, με σωστή προετοιμασία και αποφασιστικότητα αλλά και με σύνεση και χαμηλούς τόνους ώστε να έρθει το προσδοκωμενο αποτέλεσμα.
Η ολοκλήρωση των εργασιών έχει προφανή σημασία τόσο σε ενεργειακό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο. Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική.
- Η επιτυχής πόντιση του καλωδίου θα αποτελέσει ένα μήνυμα προς την Άγκυρα για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα προτίθεται να διαχειρίζεται ανάλογες καταστάσεις στο μέλλον. Ταυτόχρονα, θα αποτελέσει μήνυμα προς την ελληνική πολιτική σκηνή και την ελληνική κοινωνία για το πώς μπορεί να ασκείται μια συνεπής στρατηγική απέναντι στην Τουρκία: προετοιμασία, αποτρεπτική ισχύς, αποφασιστικότητα, διεθνείς συνεργασίες και χαμηλοί τόνοι.
Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ισορροπία που πρέπει να επιδιώκουμε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ούτε την ψευδαίσθηση ότι οι δομικές διαφορές μπορούν να εξαφανιστούν, ούτε την προσδοκία ότι μια επίδειξη ισχύος μπορεί να τις επιλύσει οριστικά. Χρειάζεται μια μακροχρόνια στρατηγική διαχείρισης, η οποία θα καθιστά σταθερά σαφές ότι η πίεση προς την Ελλάδα δεν προσφέρει ανέξοδα κέρδη.
Κόντρα στο τι πιστεύουν πολλοί, αυτό θα φέρει περισσότερη σταθερότητα και λιγότερες τριβές στο μέλλον.