Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τα πολιτικά προγράμματα στην Ελλάδα καταλήγει όλο και συχνότερα σε ένα ερώτημα: «Πόσο κοστίζει και πώς χρηματοδοτείται;».
Το ερώτημα είναι ασφαλώς θεμιτό. Κάθε πολιτική πρόταση πρέπει να είναι κοστολογημένη και να συνοδεύεται από αξιόπιστη πρόβλεψη για τη χρηματοδότησή της. Υπό αυτή την έννοια, η δυνατότητα ανεξάρτητης κοστολόγησης προεκλογικών προτάσεων από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο αποτελεί μια θεσμική εξέλιξη, της οποίας η συμβολή μένει να κριθεί στην πράξη.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κοστολόγηση παρουσιάζεται όχι ως αναγκαία αφετηρία, αλλά ως τελικό και σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο αξιολόγησης μιας δημόσιας πολιτικής.
Η τάση αυτή είναι ήδη εμφανής στον δημόσιο διάλογο, με την κυβέρνηση να μεταφέρει συστηματικά το βάρος της αντιπαράθεσης στο δημοσιονομικό κόστος των προτάσεων της αντιπολίτευσης. Η αναγωγή όμως της κοστολόγησης σε υπέρτατο μέτρο πολιτικής αξιολόγησης είναι βαθιά περιοριστική. Κινδυνεύει να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε έναν άτυπο λογιστικό διαγωνισμό και να αφήσει σε δεύτερο πλάνο το ουσιαστικότερο ερώτημα: ποιο σχέδιο και ποιο όραμα προτείνει κάθε πολιτική δύναμη για την κοινωνία και τη χώρα.
Άλλωστε, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας έχουμε πλέον αρκετά στοιχεία για να δούμε στην πράξη τα όρια και τις συνέπειες μιας αποκλειστικά δημοσιονομικής ανάγνωσης της πραγματικότητας. Η κυβέρνηση επικαλείται τη βελτίωση σημαντικών δημοσιονομικών μεγεθών. Αυτή, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά της εικόνας.
Το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ήταν μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ και μαζί με τη Βουλγαρία η χώρα μας βρισκόταν στη χαμηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Το ίδιο έτος, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2024, το 28,9% του πληθυσμού δαπάνησε το 40% ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών για στέγαση. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 8,2%.
Την ίδια χρονιά, η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών στην Ευρωπαϊκή Ένωση: το 21,9% όσων χρειάζονταν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δήλωσαν ότι δεν μπόρεσαν να τη λάβουν λόγω κόστους, μεγάλου χρόνου αναμονής ή απόστασης από τις υπηρεσίες υγείας.
Τα στοιχεία αυτά δεν ακυρώνουν τη δημοσιονομική πρόοδο που μπορεί να εμφανίζει ένα κράτος. Δείχνουν, όμως, ότι η βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης μια κοινωνίας.
Επομένως αν θέλουμε να μιλάμε με αριθμούς, πρέπει να κοιτάξουμε όλους τους αριθμούς: όχι μόνο πόσο κοστίζει μια κοινωνική πολιτική, αλλά και πόσο κοστίζει η απουσία της. Όχι μόνο τη δαπάνη για την υγεία, την παιδεία ή τη στέγαση, αλλά και το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της ανεπαρκούς πρόσβασης σε αυτά τα βασικά αγαθά.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς μπορεί η αξιολόγηση των πολιτικών προγραμμάτων να περάσει από τη μονοδιάστατη κοστολόγηση σε μια πιο ολοκληρωμένη και πολυδιάστατη προσέγγιση, αναζητώντας την πραγματική αξία των πολιτικών που προτείνονται.
Πρώτον: Από το δημοσιονομικό κόστος στο κοινωνικό όφελος και τη δημόσια αξία
Μια δημόσια δαπάνη δεν έχει μόνο δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Η ενίσχυση της δημόσιας υγείας απαιτεί πόρους. Η επένδυση όμως στην πρόληψη και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη μπορεί να περιορίσει μελλοντικές ανάγκες θεραπείας και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής.
Αντίστοιχα, η χρηματοδότηση της παιδείας, της έρευνας και των δημόσιων πανεπιστημίων έχει κόστος, αλλά μπορεί να δημιουργήσει ανθρώπινο κεφάλαιο, γνώση, καινοτομία, παραγωγική και κοινωνική αξία σε βάθος χρόνου.
Το ίδιο ισχύει για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, την πρόληψη φυσικών καταστροφών και την προστασία των φυσικών πόρων: οι επενδύσεις σήμερα μπορούν να αποτρέψουν πολύ μεγαλύτερες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις στο μέλλον
Υπάρχει επίσης το κόστος ευκαιρίας. Κάθε ευρώ που κατευθύνεται σε μια επιλογή δεν μπορεί να διατεθεί ταυτόχρονα σε μια άλλη. Ο προϋπολογισμός, συνεπώς, δεν είναι ένα ουδέτερο λογιστικό φύλλο. Αποτυπώνει πολιτικές προτεραιότητες: ποιος φορολογείται, ποιος ενισχύεται, ποιες δημόσιες υπηρεσίες χρηματοδοτούνται και ποιες επενδύσεις προηγούνται.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο «πόσο κοστίζει;», αλλά και τι αποτέλεσμα παράγει, ποιο κόστος αποτρέπει και ποια δημόσια αξία δημιουργεί.
Δεύτερον: Το αόρατο κόστος της διαφθοράς, της αδιαφάνειας και της αναποτελεσματικότητας.
Ένα πρόγραμμα μπορεί να είναι άψογα κοστολογημένο στα χαρτιά και παρ’ όλα αυτά να αποτύχει στην πράξη.
Η πραγματική απόδοση των δημόσιων πόρων εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται, από τη λειτουργία των θεσμών και των μηχανισμών ελέγχου, από τον πραγματικό ανταγωνισμό στις δημόσιες συμβάσεις και από τη διοικητική ικανότητα του κράτους.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν, για παράδειγμα, ότι το 2024 στην Ελλάδα το 55% των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων που περιλαμβάνονται στον σχετικό δείκτη είχε μόνο έναν προσφέροντα. Το στοιχείο δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη διαφθοράς, αναδεικνύει όμως ένα σοβαρό ζήτημα περιορισμένου ανταγωνισμού.
Η διαφθορά, η αδιαφάνεια και η αναποτελεσματικότητα δεν αποτελούν μόνο θεσμικά προβλήματα. Έχουν πραγματικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υποθέσεις παράνομης είσπραξης αγροτικών ενισχύσεων. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει επισημάνει ότι ακόμη και η επιστροφή παράνομα εισπραχθέντων ποσών δεν αναιρεί τη ζημία που έχει ήδη προκληθεί στο Εθνικό Απόθεμα, αφού οι πόροι στερήθηκαν από τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν.
Αυτό είναι το «αόρατο κόστος» που δεν αποτυπώνει μια απλή κοστολόγηση. Όταν οι πόροι δεν φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους, δεν χάνεται μόνο ένα χρηματικό ποσό. Χάνεται η δυνατότητα να στηριχθεί ένας παραγωγός, να ενισχυθεί η παραγωγική βάση ή να χρηματοδοτηθεί μια αναγκαία δημόσια υπηρεσία.
Αν η διαφθορά στερεί από τους πολίτες ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και ασφάλεια, τότε το πραγματικό κόστος που καλούμαστε να πληρώσουμε – εμείς και οι επόμενες γενιές – είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που αποτυπώνεται σε έναν προϋπολογισμό.
Τρίτον: Η διεθνής συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί «πέρα από το ΑΕΠ»
Η ανάγκη να αποτυπώνεται η κοινωνική πρόοδος λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την οικονομική δραστηριότητα, αλλά και την ποιότητα ζωής, τις ανισότητες και τη βιωσιμότητα αποτελεί πλέον μέρος μιας ευρύτερης διεθνούς θεσμικής συζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσα από την πρωτοβουλία Beyond GDP, αναπτύσσει δείκτες που συμπληρώνουν το ΑΕΠ με κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις της ευημερίας. Ο ΟΟΣΑ, με το Well-being Framework και την έκθεση How’s Life?, εξετάζει αντίστοιχα την ποιότητα ζωής, τις ανισότητες και τους πόρους που επηρεάζουν τη μελλοντική ευημερία.
Τον Μάιο του 2026 τα Ηνωμένα Έθνη παρουσίασαν το Counting What Counts: A Compass of Progress for People and Planet, προτείνοντας ένα παγκόσμιο πλαίσιο συμπληρωματικών δεικτών πέρα από το ΑΕΠ, ενώ τον Μάρτιο του 2026 , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε υιοθετήσει και την πρώτη Στρατηγική για τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη, εντάσσοντας πιο συστηματικά στις δημόσιες αποφάσεις τις επιπτώσεις τους στις επόμενες γενιές.
Οι προσεγγίσεις αυτές δεν σημαίνουν εγκατάλειψη του ΑΕΠ ή της δημοσιονομικής υπευθυνότητας. Σημαίνουν ότι κανένας μεμονωμένος οικονομικός δείκτης δεν αρκεί για να περιγράψει την πρόοδο μιας κοινωνίας.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία: αν η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μπορεί να αποτιμηθεί με έναν μόνο οικονομικό δείκτη, ούτε οι πολιτικές που φιλοδοξούν να την υπηρετήσουν μπορούν να αξιολογούνται με ένα μόνο δημοσιονομικό μέγεθος.
Τέταρτον: Αλλάζουμε την ατζέντα – από την κοστολόγηση στην ουσιαστική αξιολόγηση των πολιτικών προγραμμάτων
Η κοστολόγηση ενός πολιτικού προγράμματος είναι απαραίτητη. Δεν αρκεί όμως από μόνη της. Ένας καλός δημοσιονομικός δείκτης δεν μας λέει αν ένας πολίτης έχει πρόσβαση σε γιατρό, αν μια οικογένεια μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό της, αν ένα παιδί έχει ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες ή αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον του στη χώρα του.
Η δημόσια συζήτηση πρέπει, επομένως, να διευρυνθεί. Κάθε σοβαρή και υπεύθυνη πολιτική πρόταση οφείλει να απαντά όχι μόνο στο πόσο κοστίζει και πώς χρηματοδοτείται, αλλά και στο τι αποτέλεσμα παράγει, ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται, αν είναι κοινωνικά δίκαιη, αν προάγει την ισότητα και την ευημερία των πολιτών, αν προστατεύει και ενισχύει τα δημόσια αγαθά, ποια δημόσια αξία δημιουργεί, αν προστατεύει το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους και τι αφήνει στις επόμενες γενιές.
Αυτό είναι ένα πολύ πιο απαιτητικό πλαίσιο λογοδοσίας, τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αντιπολίτευση. Δεν αρκεί ούτε μια υπόσχεση χωρίς αξιόπιστη χρηματοδότηση ούτε η απόρριψη μιας πρότασης μόνο και μόνο επειδή «κοστίζει».
Ας κοστολογήσουμε, λοιπόν, τα πολιτικά προγράμματα. Αλλά ας αξιολογήσουμε και την πραγματική τους αξία για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον.