Από το Ντονμπάς στην Αγία Πετρούπολη
Για περισσότερο από τρία χρόνια, η συζήτηση γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία περιστρεφόταν γύρω από ένα βασικό ερώτημα: ποια πλευρά κερδίζει έδαφος στο πεδίο της μάχης. Το 2026, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Ο πόλεμος δεν κρίνεται πλέον μόνο στα χαρακώματα του Ντονμπάς, στις πεδιάδες της Ζαπορίζια ή στις όχθες του Δνείπερου. Κρίνεται ταυτόχρονα στο εσωτερικό της Ρωσίας, στις ενεργειακές της υποδομές, στις υπηρεσίες πληροφοριών, στα δίκτυα επιρροής της Μόσχας, στην ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και στη δυνατότητα της Δύσης να διατηρήσει τη συνοχή της.
Η ουκρανική επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην Αγία Πετρούπολη κατά την έναρξη του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της πόλης δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πλήγμα σε ρωσική εγκατάσταση. Ήταν μια συμβολική επίθεση στην εικόνα ισχύος που επιχειρεί να προβάλλει ο Βλαντίμιρ Πούτιν στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Καθώς ο πόλεμος βρίσκεται στο τέταρτο έτος του, το ζήτημα δεν είναι πλέον αν η Ρωσία ή η Ουκρανία θα πετύχουν μια θεαματική στρατιωτική νίκη. Το ερώτημα είναι ποια πλευρά θα αντέξει περισσότερο τη φθορά και ποια θα διαμορφώσει τη νέα στρατηγική πραγματικότητα της Ευρώπης.
Η αργή επιστροφή της ουκρανικής πρωτοβουλίας
Για μεγάλο μέρος του 2024 και του 2025, η εικόνα έμοιαζε να ευνοεί τη Μόσχα. Η αποτυχημένη ουκρανική αντεπίθεση του 2023, οι ελλείψεις προσωπικού και οι καθυστερήσεις στη δυτική βοήθεια δημιούργησαν την εντύπωση ότι η Ρωσία βρισκόταν σε αργή αλλά σταθερή πορεία προς την επίτευξη των στόχων της στο Ντονμπάς.
Η εικόνα αυτή αρχίζει πλέον να αλλάζει.
Οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στη δομή διοίκησης, στην εκπαίδευση και στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Η δημιουργία νέων σωμάτων στρατού, η καλύτερη ενσωμάτωση πυροβολικού, τεθωρακισμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων, καθώς και η βελτίωση της εκπαίδευσης των νεοσύλλεκτων έχουν αρχίσει να αποδίδουν αποτελέσματα.
Παρά τις συνεχιζόμενες δυσκολίες, η αίσθηση μιας αναπόφευκτης ρωσικής νίκης δεν είναι πλέον κυρίαρχη. Αντίθετα, αυξάνονται οι εκτιμήσεις ότι η Ρωσία δυσκολεύεται να μετατρέψει την αριθμητική της υπεροχή σε αποφασιστικό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Ο πόλεμος επιστρέφει στη Ρωσία
Αν το 2024 ήταν η χρονιά της προσαρμογής των ουκρανικών drones, το 2026 φαίνεται να είναι η χρονιά της ωρίμανσής τους.
Το Κίεβο έχει μετατρέψει τις επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς σε συστηματική εκστρατεία. Οι στόχοι δεν είναι μόνο στρατιωτικοί. Είναι πετρελαϊκοί τερματικοί σταθμοί, αποθήκες καυσίμων, κόμβοι logistics, εγκαταστάσεις αεράμυνας και κρίσιμες υποδομές βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Η επίθεση στην Αγία Πετρούπολη είχε πολιτικό και ψυχολογικό χαρακτήρα. Η γενέτειρα του Πούτιν και έδρα του σημαντικότερου οικονομικού φόρουμ της Ρωσίας βρέθηκε στο επίκεντρο μιας επιχείρησης που στόχευε όχι μόνο εγκαταστάσεις αλλά και συμβολισμούς. Το μήνυμα είναι πως καμία περιοχή της Ρωσίας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται απολύτως ασφαλής.
Οι ρωγμές στην αεράμυνα της Μόσχας
Για μια χώρα που έχει επενδύσει τεράστια ποσά στην αεράμυνα και οικοδόμησε τη στρατηγική της ταυτότητα πάνω στην αντίληψη ότι βρίσκεται υπό διαρκή απειλή από τη Δύση, οι εξελίξεις είναι ανησυχητικές.
Η Ουκρανία εφαρμόζει στρατηγική φθοράς. Πλήττει πρώτα ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές έγκαιρης προειδοποίησης. Στη συνέχεια αξιοποιεί τα κενά που δημιουργούνται για να περάσουν νέα κύματα επιθέσεων.
Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά συστήματα αεράμυνας, όμως η τεράστια έκταση της επικράτειάς της και η συνεχής αύξηση των ουκρανικών δυνατοτήτων δημιουργούν ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να λυθεί μόνο με περισσότερους πυραύλους αναχαίτισης.
Η εικόνα της απόλυτης ασφάλειας έχει αρχίσει να φθείρεται.
Τα drones ως όπλο οικονομικής φθοράς
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αξιοποιεί την εκστρατεία των ουκρανικών drones ως «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς».
Ο στόχος είναι να αυξηθεί το οικονομικό κόστος του πολέμου για τη Μόσχα μέσω επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, οι οποίες αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εσόδων του ρωσικού κράτους.
Μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα είναι ανάμεικτα. Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και του πολέμου έχει προσφέρει στη Ρωσία σημαντικά πρόσθετα έσοδα, αντισταθμίζοντας μέρος των απωλειών.
Ωστόσο, η πραγματική αξία των επιθέσεων ίσως βρίσκεται αλλού.
Κάθε πυρκαγιά σε πετρελαϊκή εγκατάσταση, κάθε σύννεφο καπνού που κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάθε βίντεο κατοίκων που παρακολουθούν ανήμποροι τις εκρήξεις, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η Ρωσία δεν είναι άτρωτη.
Και αυτό ενδέχεται να αποδειχθεί πιο σημαντικό από την άμεση οικονομική ζημία.
Η μάχη για τη διεθνή επιρροή
Παράλληλα με τον πόλεμο στο μέτωπο, το Κρεμλίνο δίνει μια διαφορετική μάχη: τη μάχη της διεθνούς νομιμοποίησης.
Η Ρωσία επενδύει όλο και περισσότερο σε ένα παράλληλο δίκτυο σχέσεων με χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής. Το μήνυμα που επιδιώκει να εκπέμψει είναι ότι δεν είναι απομονωμένη, αλλά αποτελεί ηγετικό πυλώνα ενός πολυπολικού κόσμου.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται νέες διεθνείς πρωτοβουλίες, φόρουμ ασφαλείας, δίκτυα πολιτικής επιρροής και μια συστηματική προσπάθεια προβολής της Ρωσίας ως εκπροσώπου της λεγόμενης «παγκόσμιας πλειοψηφίας».
Το πρόβλημα για τη Μόσχα είναι ότι, παρά τη διατήρηση σημαντικών διεθνών σχέσεων, η απώλεια πρόσβασης στις δυτικές αγορές, στην τεχνολογία και στις επενδύσεις εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό στρατηγικό βάρος.
Η νέα γεωγραφία του ΝΑΤΟ
Η ίδια η Συμμαχία προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες.
Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να ενισχύσουν περαιτέρω τη στρατιωτική τους παρουσία στην Πολωνία αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση του στρατηγικού κέντρου βάρους του ΝΑΤΟ προς την Ανατολική Ευρώπη.
Η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής, η Ρουμανία και η Φινλανδία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία στον σχεδιασμό της δυτικής αποτροπής.
Η Ευρώπη προετοιμάζεται σταδιακά για μια μακρά περίοδο αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο πόλεμος που δεν περιορίζεται στην Ουκρανία
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα των τελευταίων μηνών είναι ότι η αντιπαράθεση έχει πλέον ξεπεράσει τα γεωγραφικά όρια της Ουκρανίας.
Η επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας ηλεκτρονικών πληροφοριών GCHQ, Anne Keast-Butler, προειδοποίησε πρόσφατα ότι η Ρωσία εντείνει τις υβριδικές επιχειρήσεις εναντίον της Ευρώπης, καθώς δυσκολεύεται να επιτύχει αποφασιστική νίκη στο πεδίο της μάχης.
Οι επιχειρήσεις αυτές περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, παραπληροφόρηση, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και ενέργειες που κινούνται κάτω από το κατώφλι μιας ανοικτής στρατιωτικής σύγκρουσης.
Ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας έχουν αποδώσει στη Μόσχα σειρά περιστατικών που περιλαμβάνουν παρεμβολές σε αεροναυτιλιακά συστήματα, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές σε μεταφορικές υποδομές και σχέδια επιθέσεων σε εμπορικά δίκτυα.
Η εκτίμηση που κερδίζει έδαφος σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η σύγκρουση με τη Ρωσία δεν αφορά πλέον μόνο την τύχη της Ουκρανίας. Αφορά την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών δημοκρατιών και την ικανότητά τους να προστατεύσουν τις κοινωνίες, τις οικονομίες και τους θεσμούς τους απέναντι σε μια πολυδιάστατη απειλή.
Το δίλημμα του Πούτιν
Η Ρωσία δεν βρίσκεται κοντά σε κατάρρευση. Διαθέτει ακόμη σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους, ισχυρή αμυντική βιομηχανία και αξιοσημείωτη οικονομική αντοχή.
Ωστόσο, καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα:
- τη φθορά στο μέτωπο,
- τις επιθέσεις στο εσωτερικό της,
- τις αυξανόμενες ανάγκες αεράμυνας,
- την οικονομική πίεση,
- τη διεθνή απομόνωση από τη Δύση,
- και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποτροπής.
Ο Πούτιν βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνθετο στρατηγικό δίλημμα. Να κλιμακώσει περαιτέρω τον πόλεμο, αναλαμβάνοντας σοβαρούς οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους, ή να αναζητήσει μια μορφή εκεχειρίας που θα παγώσει τη σύγκρουση χωρίς να εγκαταλείψει τις μακροπρόθεσμες επιδιώξεις του.
Η επίθεση στην Αγία Πετρούπολη, οι δυσκολίες της ρωσικής αεράμυνας, η μάχη για τη διεθνή επιρροή, η αναδιάταξη του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και η κλιμάκωση των υβριδικών επιχειρήσεων συνθέτουν μια νέα στρατηγική πραγματικότητα.
Η σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο την Ουκρανία. Αφορά τη μορφή που θα λάβει η ευρωπαϊκή ασφάλεια τις επόμενες δεκαετίες.
Όσο η Ρωσία αδυνατεί να επιβάλει τους στόχους της στο πεδίο της μάχης, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η αντιπαράθεση να μεταφέρεται σε νέα μέτωπα, από τις ενεργειακές υποδομές και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, μέχρι τον κυβερνοχώρο και την προσπάθεια πολιτικής αποσταθεροποίησης της Ευρώπης.
Το 2026 ίσως να μη μείνει στην ιστορία ως το έτος της ουκρανικής νίκης ή της ρωσικής ήττας. Μπορεί όμως να αποδειχθεί το έτος κατά το οποίο η Ευρώπη συνειδητοποίησε ότι η εποχή της μεταψυχροπολεμικής ασφάλειας έχει οριστικά τελειώσει και ότι μια νέα, μακροχρόνια στρατηγική αντιπαράθεση έχει ήδη ξεκινήσει.