Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, η αποφασιστική μεταβλητή δεν είναι πάντοτε ποιος προελαύνει ταχύτερα, αλλά ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο. Η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει πλέον υπερβεί τη λογική μιας συμβατικής αναμέτρησης για τον έλεγχο εδαφών και εξελίσσεται σε δοκιμασία συνολικής αντοχής –στρατιωτικής, οικονομικής, βιομηχανικής και πολιτικής. Οι πρόσφατες ρωσικές επιθέσεις εναντίον ουκρανικών αστικών κέντρων, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες πιέσεις στην ουκρανική αεράμυνα, καταδεικνύουν ότι η Μόσχα επιδιώκει όχι μόνο να προκαλέσει υλικές απώλειες αλλά να διαβρώσει σταδιακά την ικανότητα του Κιέβου και των συμμάχων του να συντηρούν έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά την επίθεση της 6ης Ιουλίου 2026 στο Κίεβο και οι 29 βαλλιστικοί πύραυλοι φέρεται να διέσπασαν την ουκρανική αεράμυνα, γεγονός που συνδέθηκε με τη σοβαρή έλλειψη αναχαιτιστών Patriot (Yaffa, Joshua. 2026. “How Ukraine Brought the War to Russia.” The New Yorker, July 15, 2026.).

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική φθοράς, στην οποία ο χρόνος αποκτά αξία αντίστοιχη της στρατιωτικής ισχύος. Η Μόσχα φαίνεται να υπολογίζει ότι μπορεί να απορροφήσει το κόστος της σύγκρουσης περισσότερο από την Ουκρανία και, κυρίως, περισσότερο από όσο οι δυτικές κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να υποστηρίζουν πολιτικά και οικονομικά το Κίεβο. Οι Alexander Gabuev, Alexandra Prokopenko και Tatiana Stanovaya υποστηρίζουν ότι, παρά την επιδείνωση της ρωσικής στρατηγικής θέσης και το αυξανόμενο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να κάμψει την ουκρανική βούληση μέσω της παρατεταμένης πίεσης και της υπεροχής που θεωρεί ότι διαθέτει σε ορισμένες κατηγορίες πυραυλικών όπλων (Alexander Gabuev, Alexandra Prokopenko & Tatiana Stanovaya, “Why a Weaker Russia Keeps Fighting,” Foreign Affairs, 2026).

Advertisement
Advertisement

Υπό αυτή την έννοια, η ρωσική στρατηγική παραπέμπει άμεσα στην κλαουζεβιτσιανή αντίληψη του πολέμου ως πολιτικού εργαλείου. Για τον Clausewitz, ο πόλεμος δεν αποτελεί αυτόνομη στρατιωτική δραστηριότητα, αλλά συνέχεια της πολιτικής αλληλεπίδρασης με την προσθήκη και άλλων μέσων. Επομένως, οι επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων, δικτύων μεταφορών και αστικών υποδομών δεν πρέπει να αξιολογούνται αποκλειστικά βάσει της άμεσης στρατιωτικής τους αποτελεσματικότητας. Εντάσσονται σε μια προσπάθεια αύξησης του συνολικού κόστους της αντίστασης, με στόχο να επηρεαστεί η πολιτική συμπεριφορά τόσο της ουκρανικής ηγεσίας όσο και των κρατών που τη στηρίζουν.

Αυτό ακριβώς καθιστά προβληματική και την υπόθεση ότι μια κατάπαυση του πυρός θα οδηγούσε αυτομάτως σε σταθερή ειρήνη. Οι Michael Kimmage και Hanna Notte προειδοποιούν ότι η Μόσχα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια εκεχειρία όχι ως τερματισμό του ανταγωνισμού, αλλά ως διαφορετική φάση του. Με βάση και την εμπειρία των συμφωνιών του Μινσκ, θεωρούν ότι μια ανεπαρκώς κατοχυρωμένη παύση των εχθροπραξιών θα μπορούσε να προσφέρει στη Ρωσία χρόνο για στρατιωτική ανασυγκρότηση, εδραίωση των εδαφικών κεκτημένων και πολιτική υπονόμευση της Ουκρανίας, ενώ παράλληλα θα επιχειρούσε να διευρύνει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Δύσης (Michael Kimmage & Hanna Notte, “Putin Will Turn a Cease-Fire Into a Weapon: A New Use for Russia’s Old Playbook in Ukraine,” Foreign Affairs, 14 July 2026).

Η προβληματική αυτή αναδεικνύει ταυτόχρονα τα όρια της δυτικής στρατηγικής οικονομικής φθοράς. Η προσδοκία ότι οι κυρώσεις, οι τεχνολογικοί περιορισμοί και η συσσώρευση οικονομικού κόστους θα ανάγκαζαν τελικά το Κρεμλίνο να εγκαταλείψει τους βασικούς πολεμικούς του στόχους δεν έχει έως σήμερα επιβεβαιωθεί. Η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις και το στρατιωτικό μοντέλο του Κρεμλίνου εμφανίζει σημάδια εξάντλησης, χωρίς όμως αυτό να έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη πολιτική υποχώρηση. Οι Gabuev, Prokopenko και Stanovaya επισημαίνουν ακριβώς αυτή την αντίφαση⸱ μια Ρωσία που γίνεται συγκριτικά ασθενέστερη μπορεί να συνεχίζει να πολεμά, επειδή η ηγεσία της εξακολουθεί να θεωρεί το κόστος συνέχισης της ένοπλης σύρραξης, προτιμότερο από το πολιτικό κόστος ενός συμβιβασμού που θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη των διακηρυγμένων στόχων της (Gabuev, Prokopenko & Stanovaya, 2026).

Παράλληλα, ο πόλεμος καταδεικνύει ότι η στρατηγική αντοχή εξαρτάται πλέον άμεσα από τη βιομηχανική βάση. Η κατανάλωση πυρομαχικών, πυραύλων, drones και συστημάτων αεράμυνας έχει λάβει τέτοια κλίμακα ώστε η παραγωγική ικανότητα των εμπλεκομένων κρατών και των συμμαχιών τους να μετατρέπεται σε ουσιώδες στοιχείο στρατιωτικής ισχύος. Ο πρώην ανώτατος συμμαχικός διοικητής του ΝΑΤΟ Christopher Cavoli έχει περιγράψει ως βασικό γνώρισμα του πολέμου ακριβώς αυτή την τεράστια κλίμακα κατανάλωσης ανθρώπινων και υλικών πόρων, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι δυτικές βιομηχανίες είχαν επί δεκαετίες προσαρμοστεί σε παραγωγικούς ρυθμούς ειρηνικής περιόδου (Cavoli, Christopher G. (2026). Remarks at the NATO Summit Defence Industry Forum, Ankara, July 2026)

Η ρωσική αξιοποίηση πυραυλικών και αεροπορικών πληγμάτων πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί και υπό το πρίσμα των ορίων του στρατηγικού εξαναγκασμού. Ο Robert Pape έχει δείξει ότι οι εκστρατείες στρατηγικού βομβαρδισμού σπάνια επιτυγχάνουν από μόνες τους αποφασιστικά πολιτικά αποτελέσματα και ότι η άσκηση πίεσης στον άμαχο πληθυσμό δεν μεταφράζεται μηχανικά σε υποχώρηση της πολιτικής ηγεσίας (Robert A. Pape, Bombing to Win: Air Power and Coercion in War, Cornell University Press, 1996). Η εμπειρία της Ουκρανίας φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την επιφύλαξη –οι ρωσικοί βομβαρδισμοί έχουν προκαλέσει τεράστιο κόστος, χωρίς έως τώρα να έχουν οδηγήσει σε πολιτική κατάρρευση ή εγκατάλειψη της αντίστασης.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ρωσία μπορεί να επιβάλει άμεσα την παράδοση της Ουκρανίας, αλλά αν μπορεί να μετατρέψει τη συσσώρευση κόστους σε μακροπρόθεσμη πολιτική εξάντληση. Αντίστοιχα, η δυτική στρατηγική δεν μπορεί να περιορίζεται στην προσδοκία ότι η οικονομική πίεση θα οδηγήσει αυτομάτως το Κρεμλίνο σε συμβιβασμό. Και οι δύο πλευρές διεξάγουν πλέον έναν αγώνα ανθεκτικότητας στον οποίο η στρατιωτική αποτελεσματικότητα συνδέεται στενά με τη βιομηχανική παραγωγή, την οικονομική προσαρμοστικότητα και τη συνοχή των συμμαχιών.

Υπό αυτό το πρίσμα, μια μελλοντική εκεχειρία θα είναι βιώσιμη μόνο εφόσον μεταβάλει τους στρατηγικούς υπολογισμούς που τροφοδοτούν τον πόλεμο. Διαφορετικά, όπως προειδοποιούν οι Kimmage και Notte, μπορεί απλώς να μεταφέρει τη σύγκρουση από το πεδίο της μάχης σε μια περίοδο ανασύνταξης, πολιτικής υπονόμευσης και προετοιμασίας για την επόμενη αναμέτρηση (Kimmage & Notte, 2026). Η ουκρανική σύγκρουση αναδεικνύεται έτσι σε χαρακτηριστική περίπτωση σύγχρονου πολέμου φθοράς –μια αναμέτρηση στην οποία η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί λιγότερο από μια μεμονωμένη στρατιωτική νίκη και περισσότερο από το ποιος θα μπορέσει να διατηρήσει επί μακρόν την πολιτική του βούληση, τη βιομηχανική του ισχύ και τη στρατηγική του συνοχή.