Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Υπάρχουν πόλεμοι που χάνονται στο πεδίο. Υπάρχουν όμως και πόλεμοι που χάνονται πριν καν αρχίσουν: στη σύλληψη, στον πολιτικό σχεδιασμό, στην αδυναμία κατανόησης του αντιπάλου και, κυρίως, στην απουσία καθαρής απάντησης στο απλό ερώτημα: «τι θέλουμε να πετύχουμε και πώς θα φύγουμε;».

Η αμερικανική εμπλοκή στο Ιράν ανήκει ακριβώς σ ’αυτή την κατηγορία. Όχι επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες στερούνται στρατιωτικής ισχύος. Το αντίθετο. Ακριβώς επειδή διαθέτουν συντριπτική ισχύ, αλλά τη χρησιμοποίησαν σ’ ένα στρατηγικό περιβάλλον, όπου η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικό αποτέλεσμα. Οι εκτεταμένοι βομβαρδισμοί και η – σχεδόν ολοκληρωτική – καταστροφή των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και του βλημματικού δυναμικού του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων και καίριων πληγμάτων στην αμυντική βιομηχανία, δεν ήταν αρκετά ώστε οι ΗΠΑ να επιβάλλουν τη θέληση τους και φυσικά τους όρους τους στο ηττημένο Ιράν.

Advertisement
Advertisement

Το πρώτο στρατηγικό λάθος ήταν η έλλειψη ξεκάθαρων πολιτικών στόχων: Υπήρξε  σύγχυση ανάμεσα στην τιμωρία του καθεστώτος (και την πιθανή ανατροπή του), στην αποτροπή του πυρηνικού κινδύνου, και στο αίσθημα ασφαλείας των μοναρχιών του Κόλπου. Τα πλήγματα μπορούν να καταστρέψουν υποδομές, να καθυστερήσουν προγράμματα και ο ναυτικός αποκλεισμός να προκαλέσει οικονομική ασφυξία. Όμως δεν αρκούν ώστε να επιβάλουν νέο περιφερειακό συσχετισμό, ούτε να μετατρέψουν ένα καθεστώς με βαθιά ιστορική, ιδεολογική και πολιτισμική ανθεκτικότητα σε πρόθυμο συνομιλητή άνευ όρων. Η Ουάσιγκτον έδειξε να πιστεύει ότι η στρατιωτική πίεση θα άνοιγε τον δρόμο σε μια ταχεία πολιτική διευθέτηση. Στην πράξη, όμως, εγκλωβίστηκε σ’ έναν πόλεμο φθοράς, με  διασυνδεδεμένα μέτωπα, διαρκείς κινδύνους ευρύτερης κλιμάκωσης και αυξανόμενο κόστος για την ίδια την αμερικανική πολιτική ηγεσία.

Το δεύτερο λάθος ήταν η υπερβολική – αρχικά – ταύτιση με το Ισραήλ. Η στρατηγική σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ είναι δεδομένη και ιστορικά σταθερή. Η προσωπική σχέση Τραμπ – Νετανιάχου επίσης. Όμως άλλο πράγμα η στήριξη ενός συμμάχου και άλλο η μετατροπή της αμερικανικής στρατηγικής σε προέκταση των ισραηλινών προτεραιοτήτων. Στο Ιράν, η Ουάσιγκτον εμφανίστηκε να μπαίνει σε έναν πόλεμο όπου οι αμερικανικοί στόχοι δεν ήταν πάντοτε διακριτοί από τους ισραηλινούς. Αυτό περιόρισε την ελευθερία διπλωματικών ελιγμών των ΗΠΑ, ενίσχυσε την ιρανική αφήγηση περί «αμερικανο-σιωνιστικής επίθεσης» και δυσκόλεψε τη στάση αραβικών και μουσουλμανικών κρατών, που δεν επιθυμούν ούτε την ιρανική ηγεμονία ούτε όμως και την ανεξέλεγκτη ισραηλινή πρωτοκαθεδρία δια της προβολής ισχύος.

Το τρίτο και ίσως κρισιμότερο λάθος είναι η απουσία καθαρής στρατηγικής εξόδου (exit strategy). Από την πρώτη στιγμή δεν ήταν σαφές αν ο στόχος ήταν η καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος, η απομείωση του βαλλιστικού δυναμικού συμπεριλαμβανομένων και των υποδομών της αμυντικής βιομηχανίας, η αλλαγή καθεστώτος ή έστω η μεταβολή της διεθνούς «συμπεριφοράς» του, η διάλυση ή αποδυνάμωση των Φρουρών της Επανάστασης, η προστασία του Ισραήλ, και – εν συνεχεία – η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Κόλπο, ή τελικά όλα αυτά μαζί. Όταν ένας πόλεμος ξεκινά με πολλαπλούς μη προτεραιοποιημένους και μη ξεκάθαρα μετρήσιμους πολιτικούς στόχους, συχνά καταλήγει να μην ολοκληρώνει κανέναν. Και όταν η έξοδος εξαρτάται από την επιβολή όρων που ο αντίπαλος δεν μπορεί πολιτικά να δεχθεί, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος της στρατηγικής παγίδευσης (strategic entrapment) τύπου Βιετνάμ.

Συναφώς, η αμερικανική εμπειρία από το Ιράκ και το Αφγανιστάν θα έπρεπε να είχε διδάξει στο επιτελείο του Προέδρου Τραμπ ένα βασικό μάθημα: δεν αρκεί να ξέρεις πώς εισέρχεσαι σε μια σύγκρουση. Οφείλεις να ξέρεις και ποια πολιτική πραγματικότητα θέλεις να αφήσεις πίσω σου, όταν αποχωρήσεις. Στο Ιράν δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Η ιδέα ότι ένα σύντομο και συντριπτικό στρατιωτικά πλήγμα θα οδηγούσε σε εσωτερική κατάρρευση, σε αναδίπλωση ή σε διαπραγματευτική υποχώρηση της Τεχεράνης, είναι ξεκάθαρο ότι δεν έλαβε υπόψη την περσική εθνική συνείδηση, τη συλλογική μνήμη και την πολιτισμική ταυτότητα του ιρανικού λαού.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το τέταρτο μεγάλο λάθος: η υποτίμηση των πολιτιστικών και πολιτισμικών στοιχείων. Το Ιράν δεν είναι απλώς μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Είναι ένας ιστορικός πολιτισμός με βαθιά αίσθηση συνέχειας, περσικής ταυτότητας, και σιιτικής πολιτικής θεολογίας. Η ιρανική κοινωνία μπορεί να καταπιέζεται και – προφανώς – να διαφωνεί απόλυτα με το καθεστώς της. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα δεχθεί εύκολα μια εξωτερική στρατιωτική πίεση ως εργαλείο «απελευθέρωσης» ή «εξορθολογισμού». Αντιθέτως, κάθε εξωτερική επίθεση δίνει στο σύστημα εξουσίας τη δυνατότητα να ταυτίσει την επιβίωσή του με αυτή του έθνους. Αυτό είναι ένα σημείο που η Δύση δυσκολεύεται να κατανοήσει. Η δυσαρέσκεια προς ένα καθεστώς δεν ισοδυναμεί με την αποδοχή ξένης επιβολής. Η κοινωνική κόπωση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φιλοαμερικανική πολιτική μεταστροφή. Και η στρατιωτική ήττα ενός κράτους δεν σημαίνει αναγκαστικά και πολιτική ήττα του καθεστώτος του. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, το καθεστώς μπορεί να βγει στρατιωτικά πληγωμένο αλλά πολιτικά πιο σκληρό, πιο καχύποπτο και με πιο ισχυρό το μηχανισμό ασφαλείας του.

Σήμερα η Ουάσιγκτον προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει τρόπο απεμπλοκής. Η συζήτηση για προσωρινές διευθετήσεις, διαρκείς παρατάσεις εκεχειρίας, επαναφορά συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα εν ευθέτω χρόνω, και σταδιακή αποκατάσταση της ναυτιλιακής κίνησης στον Κόλπο, δείχνει ότι το αρχικό σενάριο μιας καθαρής νίκης έχει αντικατασταθεί από την αναζήτηση μιας διαχειρίσιμης «ισοπαλίας». Αυτό, όμως, δεν είναι στρατηγικός θρίαμβος. Είναι προσπάθεια περιορισμού ζημιάς (stop loss). Η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια μεγάλη συμφωνία που θα λύσει οριστικά το ιρανικό ζήτημα. Πιο ρεαλιστικό είναι ένα ενδιάμεσο πλαίσιο: μερική αποκλιμάκωση, περιορισμένη οικονομική ανάσα για την Τεχεράνη, κάποια μορφή ελέγχου ή επιτήρησης σε κρίσιμα ζητήματα και επαναφορά της ναυσιπλοΐας σε πιο ανεκτά επίπεδα. Όμως τα βασικά προβλήματα θα παραμείνουν. Το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, η δράση των υποστηριζόμενων  περιφερειακών τρομοκρατικών οργανώσεων, η νέα θέση και ισχύς του Ισραήλ, ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης και – φυσικά – το τελικό καθεστώς των Στενών του Ορμούζ.

Για τις ΗΠΑ, το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορούν ανά πάσα στιγμή να χτυπήσουν το Ιράν. Αυτό έχει απαντηθεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούν να μετατρέψουν την στρατιωτική υπεροχή και ισχύ σε σταθερότητα. Μέχρι στιγμής, η απάντηση είναι αρνητική. Η στρατιωτικοποίηση της πολιτικής, η βιασύνη να επιβληθεί αποτέλεσμα, η αδιάκριτη ταύτιση με το Ισραήλ και η αδυναμία κατανόησης της ιρανικής ιστορικής και πολιτισμικής ψυχολογίας, οδήγησαν στην είσοδο σ’ έναν πόλεμο που ήταν λάθος όχι μόνο ως επιλογή, αλλά και ως μέθοδος. Η Τεχεράνη ασφαλώς και δεν είναι αθώα και η ιρανική περιφερειακή πολιτική παράγει αστάθεια. Όμως η απάντηση των ΗΠΑ εγκλωβίστηκε σε μια λογική όπου η στρατιωτική ισχύς προηγήθηκε της πολιτικής στρατηγικής. Και όταν συμβαίνει αυτό, ακόμη και η υπερδύναμη ανακαλύπτει ότι μπορεί να κερδίζει στο πεδίο, αλλά να χάνει στο τελικό αποτέλεσμα.