Εδώ και αρκετό καιρό παρακολουθώ με λύπη ή και με εκνευρισμό πεποιθήσεις και προβληματισμούς για τους εφήβους από την κοινωνία των ενηλίκων, τις τάσεις της οποίας πιάνω συχνά και τον εαυτό μου να αναπαράγει. Αυτή η κοινωνία εκφράζει έντονη ανησυχία για τις δυσκολίες των εφήβων. Κι όμως αυτή η ανησυχία είναι πολλές φορές γεμάτη υποτίμηση και περιφρόνηση. Κι αν τους συμβεί κάτι τραγικό, θα τους δούμε για δυο, τρεις μέρες με κάποια προσπάθεια κατανόησης. Αλλά αυτό το βλέμμα είναι τόσο παραβιαστικό και ασεβές και γεμάτο με συμπεράσματα βεβιασμένα, που τελικά δεν συνιστά αληθινή στοργή.
Με δεδομένα τα παραπάνω, υπήρξε μεγάλη ανακούφιση για μένα το βιβλίο «Λέγε με ενήλικα» του Matteo Lancini, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέλευθος. Ο συγγραφέας είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής και καθηγητής σε δύο πανεπιστήμια στο Μιλάνο. Αν και γράφει για όσα κυρίως είδε στην Ιταλία, είναι σαν να διαβάζεις για τη σημερινή Ελλάδα.
Μας λέει πως οι νέοι σήμερα υποφέρουν ψυχικά και πως η πανδημία επιδείνωσε δραματικά στους νέους τάσεις, που ήδη είχαν αρχίσει να φαίνονται σε έναν κόσμο «μετα-ναρκισσιστικό». Σε αυτόν τον κόσμο, παράγονται εκρηκτικές και ανορθόδοξες αντιδράσεις, όταν τα συναισθήματα δεν βιώνονται, όταν δεν τους δίνεται νόημα και δυνατότητα επεξεργασίας.
Το βιβλίο μας καλεί, όπως υποδεικνύει και ο τίτλος του, να σταθούμε αντιλαμβανόμενοι ότι είμαστε εμείς οι ενήλικοι, που ορίζουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία αναπτύσσονται τα παιδιά και οι έφηβοι. Οι συμπεριφορές τους και τα συμπτώματά τους είναι ο καθρέφτης των δικών μας συμπεριφορών και συμπτωμάτων.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, πολλοί πιστεύουν ότι οι νέες γενιές έχουν λάβει υπερβολικά πολλά, πως οι έφηβοι είναι κακομαθημένοι και χρειάζονται «χαλινάρια». Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ενοχοποιούν αποκλειστικά τους γονείς. Όμως, έτσι αγνοούν τις κοινωνικές περιοχές εκτός οικογένειας, όπως το σχολείο και το διαδίκτυο.
Κι έτσι, ο Lancini θεωρεί πως αυτή η προσέγγιση είναι υπεραπλουστευμένη.
Πολλές φορές, μας λέει, το πρόβλημα έγκειται στο ότι εμείς οι ενήλικες έχουμε μεγάλη ανάγκη να φανούμε επαρκείς στο γονεϊκό ή εκπαιδευτικό μας έργο και ταυτόχρονα ανάγκη για πολλά προσωπικά θέλω. Σύμφωνα με τη δική του θεώρηση οι ενήλικες θα πρέπει να αντιληφθούν αρχικά τη δική τους ευαλωτότητα και να υπάρξουν όχι τιμωροί, αλλά συνοδοιπόροι και σωστά πρότυπα.
Ενδεικτικά, σημειώνει:
«εμείς οι ενήλικες είμαστε αυτοί που κάνουμε υπερβολική χρήση του κινητού, της κάμερας, των κοινωνικών δικτύων. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν θέλουμε να στερηθούμε τίποτα (…)».
«Ναι, αλλά στα δικά μου χρόνια…», λέμε χωρίς να έχουμε καταλάβει ότι αυτά τα χρόνια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και ότι δεν μπορούμε να παιδαγωγούμε «γαντζωμένοι σε παρωχημένα παρεμβατικά πρότυπα», που υπήρξαν σε εποχές με εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, τεχνολογικές συνθήκες.
Κάποτε οι ενήλικες ζητούσαν από τα παιδιά να είναι υπάκουα. Σήμερα τους ζητάμε να καταλαβαίνουν. Και όταν δεν καταλαβαίνουν, οι ενήλικες επιστρέφουν στην τιμωρητικότητα των αλλοτινών εποχών, προσπαθούν απελπισμένα να εισάγουν αυστηρούς κανόνες διαχείρισης που όμως στην τωρινή εποχή ελάχιστα αποτελεσματικοί είναι.
Ο συγγραφέας μας καλεί να επενδύσουμε στη σχέση. Όμως η σχέση σήμερα έχει αλλάξει. Φοβόμαστε υπερβολικά τη σχέση, φοβόμαστε την εξάρτηση που φέρνει αναπόφευκτα μία σχέση. Διαρκώς επιθυμούμε να βάλουμε σε προτεραιότητα τις ατομικές μας ανάγκες στο όνομα μιας ιδεατής αυτονομίας. Κι έτσι, οι σημερινοί έφηβοι φοβούνται τη σχέση, γιατί νιώθουν πως κάτι θα τους στερήσει.
Είναι πολύ ενδιαφέροντα τα όσα γράφει το βιβλίο για το σεξ. Για τους νέους το σεξ σήμερα είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι για εμάς. Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή, στην οποία η αναπαραγωγή έχει αποσυνδεθεί από το σεξ -και κάποιες φορές και από τη σχέση- με την τεχνητή γονιμοποίηση. Τώρα οι νέες γυναίκες καλούνται να κάνουν κατάψυξη ωαρίων.
Η πορνογραφία είναι παντού. Για τους εφήβους το σεξ δεν είναι κάτι απαγορευμένο, είναι κάτι το οποίο καταναλώνουν σε τεράστιες ποσότητες και με μεγάλη ευκολία. Δεν είναι κάτι μυστικό, κάτι που ανακαλύπτεται σιγά-σιγά και έχει μαγεία. Οι σχέσεις των σημερινών νέων πρέπει να περιμένουμε ότι θα είναι διαφορετικές από τις δικές μας.
Και όπως το σεξ, έτσι βιώνουν και διαφορετικά το σχολείο. «Αν η άρνησή τους απέναντι στο σχολείο είναι μια υγιής αντίδραση απέναντι σε ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες των εφήβων;», αναρωτιέται ο Lancini.
Οι σημερινοί μαθητές που φέρουν μια παιδική ηλικία γεμάτη υπερδιέγερση χρειάζονται ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που δίνει χώρο στο να διατυπώνονται ερωτήματα, στο να υπάρχει συνεργασία και όχι ατομοκεντρική επιτυχία.
Το βιβλίο αυτό μου άρεσε πολύ, γιατί ως ψυχολόγος πιστεύω πως αν δεν ακούσουμε, αν δεν γνωρίσουμε αληθινά τις νέες γενιές, δεν έχουμε καμιά ελπίδα να τους μεταδώσουμε τίποτα. Και ίσως το πιο σημαντικό, που κρατάω από αυτό ως γονέας, είναι να μην προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι κάνουμε κάτι για το καλό του παιδιού μας, όταν το κάνουμε για τον εαυτό μας.
Γράφει πολύ συγκινητικά στο τέλος ο Lancini:
«Τα παιδιά μας λένε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός-και τότε βυθιζόμαστε στη θλίψη. Γι’ αυτό σπεύδουμε αμέσως να τους πούμε ότι δεν είναι αλήθεια, ότι όλα πηγαίνουν καλά, ότι εκείνα είναι καλά, γενναία, ότι δεν υποφέρουν στ’ αλήθεια. Σαν να τους λέμε: σε παρακαλώ, μη με απογοητεύσεις κι εσύ, μη με κάνεις να πονέσω. Το έχει ήδη κάνει η ζωή, μην το κάνεις κι εσύ.»
Και καταλήγει:
«Ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να τα ακούσουμε όταν μας λένε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός με όλο το σοκ που συνεπάγεται».