Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Η οικογένεια Βοβολίνη δώρισε στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης μια πολύτιμη δημοσιογραφική βιβλιοθήκη, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από 1.000 σπάνια βιβλία, εφημερίδες και τεύχη του περιοδικού Βιομηχανική Επιθεώρηση.
  • Το αρχείο αυτό αποτελεί σημαντική πηγή για την ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας και επιχειρηματικότητας, καταγράφοντας την οικονομική πορεία της χώρας από τον Μεσοπόλεμο έως τη μεταπολεμική περίοδο.
  • Κατά την τελετή αποδοχής της δωρεάς, εκπρόσωποι της πολιτείας και της ακαδημαϊκής κοινότητας τόνισαν τη σημασία της διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης του ελληνικού Τύπου.
  • Το υλικό θα είναι πλέον προσβάσιμο σε ερευνητές και φοιτητές, συμβάλλοντας στην περαιτέρω μελέτη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και στην ενίσχυση της αρχειακής κουλτούρας στη χώρα.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Περισσότερα από 1.000 βιβλία παραδόθηκαν στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης από την οικογένεια Βοβολίνη, η οποία πρωτοστάτησε στην έκδοση του Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού και του περιοδικού Βιομηχανική Επιθεώρηση, η οποία πρωτοκυκλοφόρησε το 1934.

Στην τελετή αποδοχής της δωρεάς που έγινε πρόσφατα παρέστη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, ο οποίος σημείωσε:

Advertisement
Advertisement
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άνοιξε την εκδήλωση

Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας: Ο Σπύρος Βοβολίνης ήταν πιο «βιομηχανόφιλος» ακόμα και από τους βιομήχανους

«Ο Σπύρος Βοβολίνης, τον οποίον είχα τη χαρά και την τιμή να έχω Προϊστάμενο καθώς υπήρξα ως φοιτητής συνεργάτης της “Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως” όταν ήταν πλέον στην οδό Ζαλοκώστα 4, ήταν ένας άνθρωπος τακτικός, οργανωτικός, τυπικός. Δεν άφηνε τίποτε ανεξέταστο και τίποτε που να μην το τακτοποιήσει. Ήταν πολύ οργανωτικός με τη ζωή του, αλλά είχε οργανώσει και το τέλος του. Μας άφησε λοιπόν μία σύσταση· να μην γίνουν μνημόσυνα για αυτόν, αλλά να φροντίσουμε, μετά τον ενταφιασμό του να τον λησμονήσουμε.  Δεν μπορούμε να πειθαρχήσουμε σε αυτήν τη σύσταση.

Δεν μπορούμε να λησμονήσουμε έναν ευπατρίδη της δημοσιογραφίας, έναν άνθρωπο ο οποίος στα 24 του μόλις χρόνια διεπίστωσε την ανάγκη να εκπροσωπηθεί δημοσιογραφικά και εκδοτικά η ελληνική βιομηχανία, η οποία τότε εκκινούσε τον δρόμο της προς τα μπροστά. Ήταν τότε που ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γεώργιος Πεσμαζόγλου, στο πρώτο τεύχος της ΒΙΟΜΕΠ, έγραψε ένα άρθρο όπου έλεγε ότι δύο είναι οι πυλώνες της οικονομίας: το εμπόριο και η γεωργία. Δεν μίλησε για την βιομηχανία. Φανταστείτε λοιπόν πόσο πρωτοπόρος και πόσο καλά ιχνηλατούσε το μέλλον ο Βοβολίνης στα 24 του, τότε που εξέδωσε τη Βιομηχανική Επιθεώρηση, όταν κανένα άλλο έντυπο τότε στην Ελλάδα δεν ασχολείτο με τη βιομηχανία.

Η Βιομηχανική Επιθεώρηση, την οποία διηύθυνε ο Βοβολίνης μέχρι το ‘90, υπήρξε ένα σπουδαίο περιοδικό, ένα περιοδικό το οποίο τίμησε την ελληνική γλώσσα· τα ελληνικά στα οποία εγράφετο η ΒΙΟΜΕΠ ήταν πολύ σωστά. Πίστευαν οι συντάκτες της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, υπό τις οδηγίες του Σπύρου Βοβολίνη, ότι η ελληνική γλώσσα συμπυκνώνει έναν αφάνταστο πλούτο, τον οποίο πρέπει να υπηρετούμε. Τα πολιτικά και οικονομικά σχόλια ήταν ανυπέρβλητα. Παρουσίαζε σε κάθε τεύχος την οικονομική επικαιρότητα, αλλά είχε και σχόλια πάνω στην πολιτική επικαιρότητα, και είχε μεγάλη έγνοια, να διατυπώνει σωστά τις εκφράσεις. […]

Ο Βοβολίνης ήταν πιο “βιομηχανόφιλος” ακόμα και από τους βιομήχανους. Πίστευε στη βιομηχανία περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ακόμα και οι ίδιοι οι βιομήχανοι. Κι αυτό φαίνεται στην πολύ ωραία έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξιστορεί την ωραία περιπέτεια της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Βλέπουμε ότι ο Βοβολίνης μέσα στο διάβα των ετών προσπαθούσε να πείσει τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να στηρίξουν συλλογικά τη Βιομηχανική Επιθεώρηση γιατί στην ουσία έτσι θα στήριζαν τον εαυτό τους, θα στήριζαν την ιδιότητά τους, θα στήριζαν το επάγγελμά τους.

Σε αυτή την προσπάθεια δεν έβρισκε πάντα ανταπόκριση. Ίσως γιατί η συλλογικότητα στην Ελλάδα είναι ένα ζητούμενο ακόμη και σήμερα. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούν ότι θα διευθετήσουν τις υποθέσεις τους ατομικά και όχι συλλογικά. Προφανώς δεν σκέφτονταν όλοι οι βιομήχανοι να υποστηρίξουν ένα περιοδικό το οποίο αντιμετώπιζε τη βιομηχανία ως στήριγμα της κοινωνίας, της οικονομίας, της εργασίας και της ανάπτυξης της Ελλάδος.

Ήταν υπερήφανος ο Βοβολίνης, όπως ήταν και ο αδερφός του. Ήταν κομψός, καλοντυμένος, ξεχωριστός άνθρωπος που είχε οργανώσει τη ζωή του και την είχε κυριολεκτικά υποτάξει στον σκοπό της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. Οι άνθρωποι του περιοδικού αυτού ήταν η οικογένειά του. Η οικογένεια αυτή αργότερα συμπληρώθηκε από την αγαπημένη του ανιψιά, Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η οποία προχωρά σήμερα σε αυτή τη χειρονομία, παραβιάζοντας σωστά την υπόδειξή του να τον ξεχάσουμε μετά από την αποχώρησή του από τη ζωή.

Advertisement

Είχα την τύχη ως φοιτητής της Νομικής, αρχές της δεκαετίας του ’80, μέσω του αείμνηστου Ευάγγελου Αβέρωφ, να γνωρίσω τον Σπύρο Βοβολίνη και να εργαστώ για λίγα χρόνια στη Βιομηχανική Επιθεώρηση, κρατώντας τη στήλη της κριτικής βιβλίου αλλά και πηγαίνοντας σε εκδηλώσεις στις οποίες ήταν καλεσμένος ο ίδιος και, λόγω ηλικίας ή λόγω κάποιας άλλης υποχρεώσεως, δεν μπορούσε να πάει. Και θυμάμαι πάντα, με τι σεβασμό με αντιμετώπιζαν όταν έλεγα ότι έρχομαι εκ μέρους της Βιομηχανικής Επιθεώρησης. […]

Αυτό λοιπόν το περιοδικό, αυτό το εκδοτικό επίτευγμα διέθετε ένα απόθεμα γνώσεων, τη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη των αδερφών Βοβολίνη που ήταν μια πολύτιμη πηγή στην οποία οι συνεργάτες του εντύπου κατέφευγαν συχνά.

Και αυτή η Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη σήμερα παραδίδεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης. Ένας πλούτος γνώσεων, ένας πλούτος σπάνιων βιβλίων από τα οποία αντλούσαν γνώση και εμπειρία οι συνεργάτες της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και του περίφημου Βιογραφικού Λεξικού, ο οποίος είναι σήμερα στα χέρια του Ελληνικού Δημοσίου και είμαι βέβαιος ότι θα αξιοποιηθεί κατάλληλα».

Advertisement

Σε χαιρετισμό του ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τοποθετήθηκε ως εξής: «Σήμερα είναι μια ιστορική ημέρα για την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και τους ανθρώπους που έχουν περάσει από εδώ, για την ιστορία που έχει, η οποία συνεχίζεται για την ενημέρωση των πολιτών. Παραλαμβάνουμε εφημερίδες που “έζησαν” έναν αιώνα, περιοδικά που κατέγραψαν έξι δεκαετίες ελληνικής οικονομίας, βιβλία που εκδόθηκαν από το 1857 μέχρι και το 2025. Παραλαμβάνουμε τη μνήμη του ελληνικού Τύπου. Η δημοσιογραφική βιβλιοθήκη της οικογένειας Βοβολίνη είναι κάτι παραπάνω από μια συλλογή. Είναι ένα χρονικό: 768 τεύχη της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως, 1.600 φύλλα εφημερίδων από 166 τίτλους. Εκδόσεις σπάνιες, τόμοι δεμένοι, σελίδες που “μυρίζουν εποχή”. Και φυσικά 910 φύλλα από το Ελληνικόν Αίμα, την εφημερίδα που τυπωνόταν παράνομα στην Κατοχή. […] Αυτό το οποίο συμβαίνει εδώ πρέπει να το δουν τα παιδιά, να το δουν τα σχολεία και πρέπει να περάσει στις επόμενες γενιές άθικτο. Αυτό είναι το δικό μας χρέος, το δικό μας καθήκον».

Η Αλεξάνδρα Κ. Βοβολίνη στο βήμα την ώρα της ομιλίας της. Στο πάνελ από αριστερά διακρίνονται οι: Αντώνης Δ. Παπαγιαννίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Γιάννης Στουρνάρας, Γεωργία Μ. Πανσεληνά, Γιώργος Τσάτσος

Αλεξάνδρα Βοβολίνη: Βήμα-βήμα η πορεία της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα

Από την πλευρά της η εκδότρια και δωρήτρια της δημοσιογραφικής βιβλιοθήκης της οικογένειας Αλεξάνδρα Κ. Βοβολίνη εξέφρασε την συγκίνησή της, αναφέροντας ότι γεννήθηκε μέσα στα βιβλία που βρίσκονταν πάντα διάσπαρτα στο κοινό γραφείο των δυο αδελφών Βοβολίνη – πατέρα της και θείου της –  και παρατήρησε:

«Το γεγονός ότι το δημοσιογραφικό Αρχείο των αδελφών Σπύρου και Κωνσταντίνου Βοβολίνη βρίσκει την οριστική του στέγη στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, έρχεται να δώσει απάντηση σε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες που είχα όλα τα χρόνια που το πολύτιμο αυτό υλικό βρισκόταν στα χέρια μου. Όποιοι έχουν βρεθεί με το βάρος μιας πνευματικής κληρονομιάς καταλαβαίνουν καλά τι θέλω να πω.

Advertisement

Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Βοβολίνης, και ο θείος μου, ο Σπύρος Βοβολίνης, υπήρξαν εξαρχής και πάνω απ’ όλα δημοσιογράφοι. Δημοσιογράφοι με την έννοια που εκείνα τα χρόνια είχε το επάγγελμα: στην πρώτη γραμμή, στην καρδιά των γεγονότων, σε συνήθως ταραγμένους καιρούς, χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Χωρίς, κυρίως, τα τεχνικά μέσα και τις δυνατότητες που δίνει η εποχή μας στην πληροφόρηση. Υπήρξαν δημοσιογράφοι του μαχόμενου έντυπου λόγου, σε πολύ δύσκολες εποχές, πολέμου και εχθρικής κατοχής στο ξεκίνημα, αλλά και κατόπιν, για πολλές δεκαετίες, τότε που μέσα από αλλεπάλληλες αντιξοότητες η χώρα πάλευε για την ανασυγκρότησή της. Το δημοσιογραφικό αρχείο των αδελφών Βοβολίνη, το οποίο φιλοξενείται πλέον εδώ, στον φυσικό του χώρο, στη Βιβλιοθήκη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, αποστολή της οποίας είναι η διαφύλαξη και η αξιοποίηση των αρχείων της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, αποτελεί μια πολύτιμη ιστορική πηγή. […] Παρακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία της βιομηχανίας και της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, μέσα από τις προκλήσεις και τις αντιξοότητες όλων αυτών των χρόνων και παρέχει πολύ σημαντικές πληροφορίες στον κάθε ειδικώς ενδιαφερόμενο. […]

Τέτοιου είδους ιστορικά τεκμήρια μιλούν από μόνα τους. Χαίρομαι ιδιαίτερα που τα συγκεκριμένα Αρχεία σε τούτο το περιβάλλον, θα είναι πλέον ανοιχτά και προσβάσιμα στην επιστημονική κοινότητα, στους ερευνητές, στους φοιτητές και σε κάθε μελετητή της ιστορίας».

Κατέληξε λέγοντας ότι χαίρεται που «κατάφερε να συμβάλει με την δωρεά αυτή στην ανάδειξη της αρχειακής κουλτούρας που βρίσκεται ακόμη αρκετά πίσω στην Ελλάδα».

Advertisement

Χριστίνα Κουλούρη: Κορωνίδα σειράς δράσεων που συντείνουν στον στόχο της διατήρησης της ιστορικής μας μνήμης.

Σε δικό της χαιρετισμό η πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου Χριστίνα Κουλούρη, ως ιστορικός αναφέρθηκε πρώτα στο Μέγα Ελληνικόν και Βιομηχανικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη χαρακτηρίζοντάς το “Βικιλεξικό της εποχής του”, καθώς επικέντρωνε την μελέτη στις προσωπικότητες της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Παρατήρησε ότι «ζούμε σε μια χώρα η οποία υπερηφανεύεται για το ένδοξο παρελθόν της, πλην όμως μένουμε μόνο σε μια ρητορική επίκληση αυτών των ένδοξων στιγμών χωρίς να έχουμε συνείδηση προστασίας του. Είτε πρόκειται για τις αρχαιότητες είτε για τα αρχεία».

Advertisement

Χαρακτήρισε την δωρεά της Δημοσιογραφικής Βιβλιοθήκης ως την κορωνίδα σειράς δράσεων που συντείνουν στον στόχο της «διατήρησης της ιστορικής μας μνήμης. Ως ιστορικός θεωρώ εξαιρετικά σημαντική την καλλιέργεια της αρχειακής μας συνείδησης και τη διάσωση των πηγών μέσα από τις οποίες η ιστορία μας μελετάται, ερμηνεύεται και επανεκτιμάται».

Από την πλευρά της η Πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ Άρια Αγάτσα μίλησε για την δημοσιογραφική βιβλιοθήκη που περιέρχεται στην ΓΓΕΕ ως «κομμάτι από τη μνήμη του ελληνικού πολιτικού δημόσιου λόγου. Ίχνη ανθρώπων που πίστεψαν ότι η δημοσιογραφία δεν είναι η τέχνη του πρόσκαιρου λόγου αλλά η ευθύνη του διαρκούς». Για να συμπληρώσει με την παρατήρηση ότι «τα Μέσα αλλάζουν, οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι πλατφόρμες αλλάζουν πλην η ευθύνη παραμένει η ίδια […] Με καίρια στοιχεία την κατανόηση των πηγών και την διασταύρωση/fact checking», στοιχεία που εξέφρασε ακριβώς η δωριζόμενη Δημοσιογραφική Βιβλιοθήκη.

Ο Γενικός Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Δημήτρης Κιρμικίρογλου ανέδειξε το πώς «δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου χωρίς μνήμη του Τύπου». Παρατήρησε ότι επί ενενήντα χρόνια η Βιομηχανική Επιθεώρηση (ο βασικός κορμός της δωρεάς) κατέγραψε την πορεία της ελληνικής οικονομίας, από τον Μεσοπόλεμο έως το «ελληνικό οικονομικό θαύμα» και ανέφερε ότι «ένας λαός που ξέρει από πού ήρθε η ευημερία του μπορεί να συζητήσει ώριμα για το πού πηγαίνει». Απευθυνόμενος στη δωρήτρια, σημείωσε ότι «η βιβλιοθήκη δεν φεύγει από μια οικογένεια, περνά από τη μία οικογένεια στην άλλη», από την οικογένεια Βοβολίνη στην «οικογένεια των δημοσιογράφων».

Advertisement
Ο Διοικητής της ΤτΕ στην τελετή αποδοχής της δωρεάς Βοβολίνη

Γιάννης Στουρνάρας: Η Βιομηχανική Επιθεώρηση διαμόρφωσε και διατήρησε μια στάση επιθετικής συνηγορίας για την επιχειρηματική δραστηριότητα

Την κεντρική ομιλία με τίτλο «Διαδρομές μιας δημοσιογραφικής βιβλιοθήκης του 20ού αιώνα» απηύθυνε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Στην συνέχεια τα βασικά τμήματα της τοποθέτησής του:

«Η δημοσιογραφική δραστηριότητα των αδελφών Βοβολίνη έχει τουλάχιστον δύο, πολύ ενδιαφέρουσες, διαστάσεις. Πρώτον την χρονική έκταση, από το 1934, οπότε ξεκινά η έκδοση της  Βιομηχανικής Επιθεώρησης, μέχρι και το 1990,  με παράπλευρη την διαδρομή του Μεγάλου Ελληνικού Βιογραφικού Λεξικού. Δεύτερον, το συγκεκριμένο αντικείμενο, που υπήρξε σε όλη αυτή την διάρκεια η επικέντρωση στην επιχειρηματικότητα με αιχμή την βιομηχανία, μια θεματική την οποία ο δημόσιος βίος στην Ελλάδα συχνά αντιμετώπισε με διστακτικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα ο επιχειρηματίας, “ο βιομήχανος”, δεν απετέλεσε ιδιαίτερο πρότυπο – ίσα-ίσα που ενίοτε αξιοποιήθηκε και ως αρνητικό στερεότυπο.

Η εκδοτική διαδρομή των αδελφών Βοβολίνη ξεκινά στην ύστερη φάση του Μεσοπολέμου, και ενώ η βιομηχανία είχε μόλις αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της στο μείγμα δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Μιας οικονομίας σε μετάβαση από ένα κατά βάσιν αγροτικό πρότυπο με εμπορικές απολήξεις, σε ένα πιο σύγχρονο “παραγωγικό μοντέλο”, επηρεασμένο δίχως άλλο από την υποχρεωτική στροφή στην αυτάρκεια, την οποία είχε επιβάλει η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου στον απόηχο της κρίσης του 1929. Η διαδρομή συνεχίστηκε μέχρι την επανεκκίνηση της οικονομίας, μετά την βαρύτατη δοκιμασία του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, όταν η βιομηχανία αναδείχθηκε σταδιακά σε βασικό άξονα της οικονομικής δραστηριότητας και ατμομηχανή της μεταπολεμικής ανάπτυξης.

Σε όλη τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, το περιοδικό Βιομηχανική Επιθεώρηση διαμόρφωσε και διατήρησε μια στάση επιθετικής συνηγορίας για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Μπορεί η συνηγορία αυτή να εκφράσθηκε συνειδητά με αρθρογραφική ένταση, κι ακόμη περισσότερο με αιχμηρά εκδοτικά σχόλια, διατήρησε ωστόσο εξαρχής μία βασική αρχή: τη συστηματική τεκμηρίωση των απόψεών της μέσω της συλλογής και ανάδειξης στοιχείων και πηγών. Σε μία εποχή που η τεκμηρίωση βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα έντυπα μέσα, ο όγκος και το εύρος της βιβλιοθήκης Βοβολίνη αποτελεί έμμεση απόδειξη της εφαρμογής αυτής της αρχής σε όλη τη διάρκεια της εκδοτικής προσπάθειας, την οποία καλείτο να υποστηρίξει. Από τις σελίδες του περιοδικού παρελαύνει συχνά σωρεία τεχνικών εκθέσεων και αναλύσεων για καίρια ζητήματα της εποχής, όπως το ενεργειακό, ο εξηλεκτρισμός, οι εξελίξεις στον μηχανολογικό εξοπλισμό και η παρακολούθηση των κάθε λογής τεχνικών έργων.

Παράλληλα, η συντακτική ομάδα του περιοδικού φρόντισε εξαρχής να φιλοξενήσει στις σελίδες του ποικίλες και ενίοτε αποκλίνουσες απόψεις διαφόρων συντελεστών της οικονομίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συναντάμε ήδη στα πρώτα τεύχη του περιοδικού, όπου φιλοξενείται άρθρο του τότε υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γεωργίου Πεσμαζόγλου, ο οποίος – παρότι συγχαίρει για την εκδοτική πρωτοβουλία – υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα είναι μία πρωτίστως αγροτική οικονομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τον προσανατολισμό της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής – σχόλιο που προκάλεσε φυσικά την έντονη αντίδραση άλλων αρθρογράφων και σχολιαστών, ιδίως των προσκείμενων στον εκκολαπτόμενο βιομηχανικό τομέα.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω την ευρύτητα – όχι μόνο θεματική, αλλά και πολιτική, και ιδεολογική – την οποία μαρτυρά το περιεχόμενο της δωριζόμενης βιβλιοθήκης των αδελφών Βοβολίνη. Το περιεχόμενό της φανερώνει την έκταση και την ποικιλία των προσεγγίσεων που οι αδελφοί Βοβολίνη ήθελαν να έχουν στην διάθεσή τους, τόσο οι ίδιοι, όσο και η ευρύτερη συντακτική τους ομάδα. Η βιβλιοθήκη τους καλύπτει μια μεγάλη περιοχή του δημοσίου βίου. Συνειδητά μεγάλη, θα προσέθετα. Διατρέχοντας τον κατάλογο των βιβλίων τους, συναντάμε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης, από τις αρχές του 20ού αιώνα και μέχρι την Μεταπολίτευση. […]

Μια ξεχωριστή ενότητα αποτελούν οι πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ιωάννη Μεταξά μέχρι τον Νίκο Ζαχαριάδη, καθώς και εκτεταμένες αναφορές στην ελληνική ιστορία, με έμφαση στα ταραγμένα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τη μεταπολεμική περίοδο. Από δίπλα, ποικίλα έργα διεθνούς ιστορίας, που συναρθρώνονται με έργα για τις διεθνείς σχέσεις, την γεωπολιτική, αλλά και τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας, από τα Βαλκάνια και τη Σοβιετική Ένωση μέχρι τα συνεχώς παρόντα ελληνοτουρκικά θέματα και το Κυπριακό. Στη βιβλιοθήκη θα συναντήσει κανείς επίσης έργα κοινωνιολογικά, αναλυτικά/θεωρητικά αλλά και βιβλία για την παρουσία της νεολαίας στη δημόσια σφαίρα, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, ακόμη και ολόκληρες ενότητες αφιερωμένες στην “τέχνη και ιδεολογία”, με εξειδίκευση σε θέματα όπως “Κομμουνισμός και τέχνη/Κομμουνισμός και πνευματική καλλιέργεια”. […]

Να επιστρέψω όμως στο περιοδικό Βιομηχανική Επιθεώρηση. Πέρα από το ρεπορτάζ, την ανάλυση και τη σχολιογραφική κάλυψη των γεγονότων, η Βιομηχανική Επιθεώρηση επένδυε – και αυτό είναι φανερό σε κάθε τεύχος – στην ανάδειξη των τεκμηρίων στα οποία στηρίζει κάθε φορά την προσέγγισή της. Παράλληλα με αυτήν την επιλογή, στα μεταπολεμικά χρόνια προχώρησε σε μια περισσότερο προσωποκεντρική ανάγνωση των πραγμάτων. Αυτό φάνηκε από τα πρώτα μεταπολεμικά τεύχη του περιοδικού, για να βρει την πιο ατόφια έκφρασή του στην άλλη σημαντική εκδοτική πρωτοβουλία, το Μεγάλο Ελληνικό Βιογραφικό Λεξικό. Πρόκειται για μία πλουσιότατη συλλογή στοιχείων για προσωπικότητες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής – ιδίως από την περίοδο που προηγήθηκε και θεμελίωσε το ελληνικό οικονομικό περιβάλλον. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς αυτή, η πιο προσωποκεντρική προσέγγιση της επιχειρηματικής ζωής, που ως δημοσιογραφική πρακτική αναπτυσσόταν ήδη στον αγγλοσαξονικό χώρο εκείνη την εποχή, βρήκε ένα πρώιμο φυτώριο στον Ελληνικό Τύπο μέσω των αδελφών Βοβολίνη.

Πάντως και τα δυο εκδοτικά εγχειρήματα, περνώντας “από σαράντα κύματα”, στηρίχθηκαν συνειδητά στη συστηματική συγκέντρωση, διατήρηση, αποδελτίωση και αξιοποίηση τεκμηριωτικού υλικού. Αυτό ακριβώς το υλικό, που αποτελείται, μεταξύ άλλων, από βιβλία, περιοδικά, έντυπα, σημειώσεις κλπ., αποτελεί την βάση της δωρεάς που γίνεται στην Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης.

Η διαδρομή της Βιομηχανικής Επιθεώρησης, από το τέλος του Μεσοπολέμου μέχρι τα χρόνια της Ανασυγκρότησης, γνώρισε όλες τις εντάσεις και όλα τα τραύματα αυτής της ταραγμένης εποχής. Κατόρθωσε, ωστόσο, να συνεχίσει την κυκλοφορία της χωρίς διακοπή. Στα χρόνια της επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας και της οικοδόμησης εκείνου που αναγνωρίσθηκε ως το “οικονομικό θαύμα” των δεκαετιών του 1950 και 1960, ο ρόλος της βιομηχανίας – όπως την παρακολουθούσε η Βιομηχανική Επιθεώρηση – υπήρξε κυρίαρχος. Ωστόσο, το περιοδικό δεν εγκατέλειψε ποτέ την κριτική και, αρκετές φορές, μαχητική στάση του. Αυτή διατηρήθηκε και στην συνέχεια, όταν η ελληνική οικονομία πέρασε τα διαδοχικά κύματα των κρίσεων της δεκαετίας του ’70, και των κρίσιμων επιλογών οικονομικής πολιτικής της δεκαετίας του ’80. Απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, η Βιομηχανική Επιθεώρηση τηρεί προσεκτική στάση: αποδέχεται μεν την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα του ανοίγματος της οικονομίας μέσα από την σύνδεση και αργότερα την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά προειδοποιεί για τα σημεία όπου είτε προκύπτουν, είτε επιτείνονται αδυναμίες και προβλήματα.

Βέβαια, από την δεκαετία του ’80 η εκδοτική προσπάθεια της Βιομηχανικής Επιθεώρησης επιβραδύνεται. Μεταξύ 1983 και 1990, η μηνιαία έκδοση γίνεται διμηνιαία. Ταυτόχρονα, ο εμπνευστής και οδηγός του εγχειρήματος, Σπύρος Βοβολίνης, ετοιμάζεται να φύγει από το προσκήνιο. Εντούτοις, η βιβλιοθήκη του εξακολουθεί να εμπλουτίζεται, προσφέροντας έδαφος για δημοσιογραφική αξιοποίηση.

Μία πρόσθετη, καταληκτική θα έλεγα, παρατήρηση: Ξαναβλέποντας τη διαδρομή των αδελφών Βοβολίνη μέσα από έντονες και πολυκύμαντες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, αλλά και της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει κανείς τη σημασία της συνέχειας. Της επίμονης και της αδιάκοπης καταγραφής, μελέτης και παρουσίασης των πραγμάτων και της αναζήτησης ερμηνειών – έστω και αν ορισμένες από αυτές χρειαστεί αργότερα να αναθεωρηθούν. Τα δύο αυτά αδέλφια, ο Κωσταντίνος και ο Σπύρος Βοβολίνης, πορεύονται μαζί επί πολλά χρόνια, χαράζοντας παράλληλες και συμπληρωματικές διαδρομές, διατηρώντας εντούτοις πάντα την ιδιαιτερότητά τους. Ο βαρύς βηματισμός της ιστορίας δεν διέρρηξε την προσπάθεια τους.

Τέλος, θα μου επιτρέψετε και μία πιο προσωπική αναφορά, στον άνθρωπο που φρόντισε, ήδη από τη δεκαετία του 1990 για τη διάσωση και αναζωογόνηση της εκδοτικής πρωτοβουλίας των αδελφών Βοβολίνη –– την Αλεξάνδρα Βοβολίνη, η οποία παρέμεινε στη διεύθυνση του περιοδικού Οικονομική Επιθεώρηση (όπως ονομάζεται από το 2004) έως το 2023. Κι όμως, η Αλεξάνδρα δεν διέσωσε και αναζωογόνησε μόνο το εκδοτικό εγχείρημα μίας προηγούμενης γενιάς. Διέσωσε και αναζωογόνησε τις μνήμες, τα τεκμήρια και τη βιβλιοθήκη αυτής της γενιάς. Με τη σημερινή δωρεά της – όπως και με τις προηγούμενες δωρεές στη Γεννάδειο και το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος – έρχεται πλέον να εξασφαλίσει το μέλλον αυτής της παρακαταθήκης, και να την καταστήσει προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Όσοι την ξέρουμε, βέβαια, γνωρίζουμε ότι εκτός από τις εκδόσεις, τα τεκμήρια και τα βιβλία, κληρονόμησε επίσης τη φιλομάθεια και μια πηγαία περιέργεια για τον κόσμο, τόσο για το σήμερα όσο και για το χθες, το οποίο εξακολουθεί να μελετά και να συγκεντρώνει υλικό και πληροφορίες. Αυτά δεν θα χρειαστεί να τα δωρίσει ποτέ!»

Η εκδήλωση έκλεισε με συζήτηση τριών παρατηρητών του εκδοτικού φαινομένου της Βιομηχανικής Επιθεώρησης και του Μεγάλου Ελληνικού Βιομηχανικού Λεξικού, Γεωργία Μ. Πανσεληνά, ιστορικό/συγγραφέα, διευθύντρια του Αρχείου Βοβολίνη, Ευάνθη Χατζηβασιλείου καθηγητή Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ και Γεώργιο Τσάτσο, πρώην Πρόεδρο της ΑΓΕΤ Ηρακλής και πρώην μέλος του ΔΣ του ΣΕΒ.