Σε μια επαρχιακή πόλη του Μαρόκο είδα έναν αδέσποτο σκύλο να περιφέρεται στην άκρη του δρόμου. Πλησίασα να τον χαϊδέψω, όταν ξαφνικά ο οδηγός μας, έτρεξε προς το μέρος μου πανικόβλητος.
«No, no madame.»
Για μια στιγμή πάγωσα. Τι εννοεί; Υπάρχει κάποια ασθένεια;
«It’s not like dogs in Europe. It’s dirty.»
Προσπάθησα να τον καθησυχάσω ότι και στην Ευρ…, όχι όχι στην Ελλάδα υπάρχουν επίσης αδέσποτα.
Ο οδηγός με κοίταξε έκπληκτος. Μόλις του έχω γκρεμίσει την εικόνα που είχε για την Ευρώπη, ενώ εγώ αναρωτιέμαι ταυτόχρονα μήπως η Ελλάδα δεν είναι τελικά και τόσο αυτονόητα «Ευρώπη».
Η διπλανή μου λευκή κυρία τον ρώτησε: «Το ταΐζετε;»
Κι αφού ο μελαμψός οδηγός της είπε με απορία ναι, η λευκή κυρία του απάντησε, «Ελπίζω». Σχεδόν σαν να θέλει να βεβαιωθεί ότι οι άνθρωποι εκεί φροντίζουν πράγματι τα ζώα τους.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μιλούσαμε για έναν σκύλο.
Μιλούσαμε για εικόνες. Εκείνος είχε μια εικόνα της Ευρώπης. Εμείς είχαμε μια εικόνα του Μαρόκο. Και οι τρεις μας κουβαλούσαμε αφηγήσεις για τον κόσμο. Το χρώμα των σωμάτων μας δεν ήταν μια ουδέτερη περιγραφή, συμμετείχε κι αυτό στη συνάντηση. Δεν συναντιούνταν μόνο τρεις άνθρωποι. Συναντιούνταν και οι αφηγήσεις μέσα από τις οποίες είχαμε μάθει να βλέπουμε ο ένας τον άλλον.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το ζήτημα του προνομίου: όταν η δική μας αφήγηση παύει να μοιάζει με αφήγηση και αρχίζει να μοιάζει με αυτονόητη αλήθεια.
Το προνόμιο δεν είναι μόνο ότι μπορείς να ταξιδεύεις. Είναι ότι εύκολα θεωρείς αυτονόητο πως ο κόσμος υπάρχει για να τον παρατηρείς, να τον αξιολογείς και να τον ερμηνεύεις.
Ταξιδεύοντας συγκρίνουμε, φωτογραφίζουμε, λυπόμαστε, διορθώνουμε, συμβουλεύουμε. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, έχουμε τη δύναμη να ορίζουμε τι είναι «σωστό», «καθαρό», «πολιτισμένο», «ανεπτυγμένο».
Σπάνια όμως αναρωτιόμαστε αν, την ίδια στιγμή, κάποιος άλλος μας παρατηρεί επίσης. Μας ερμηνεύει. Και ίσως αναθεωρεί κι εκείνος όσα πίστευε για εμάς.
Η επίγνωση του προνομίου μας καλεί να αμφισβητήσουμε την ευκολία με την οποία θεωρούμε τη δική μας οπτική αυτονόητη και να θυμόμαστε ότι η εμπειρία μας δεν αποτελεί το μέτρο όλων των πραγμάτων.
Κάτι που συναντώ συχνά και στην ψυχοθεραπεία είναι ότι οι πιο ενδιαφέρουσες μετατοπίσεις δεν γεννιούνται απαραίτητα από την εύρεση μιας σωστής απάντησης, αλλά από τη στιγμή που μια βεβαιότητα μετατρέπεται σε ερώτημα.
Ίσως το ίδιο να μπορεί να συμβεί και στα ταξίδια.
Ίσως χρειάζεται να τα προσεγγίζουμε με μια πιο αντικανονιστική ματιά που αμφισβητεί τις βεβαιότητες, και στέκεται απέναντι στον κόσμο με περιέργεια απέναντι στο αυτονόητο. Μια ματιά που αναρωτιέται ποιος αποφασίζει τι είναι φυσιολογικό, ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει το «σωστό» και τι μένει αόρατο όταν θεωρούμε τη δική μας εμπειρία καθολική.
Πόσο πιο πλούσιο μπορεί να γίνει ένα ταξίδι όταν, αντί να αναζητά το εξωτικό, μετατρέπεται σε μια ευκαιρία να αποδομήσουμε τις δικές μας βεβαιότητες;
Να επισκεπτόμαστε έναν τόπο όχι για να τον καταλάβουμε γρήγορα ούτε για να τον αξιολογήσουμε, αλλά για να αφήσουμε τον ίδιο να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο.
Ίσως γιατί ορισμένοι τρόποι να κοιτάζουμε τον κόσμο έχουν μακρά ιστορία. Μια ιστορία που μας δίδαξε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, ότι κάποιοι έχουν το δικαίωμα να παρατηρούν, να αξιολογούν και να ερμηνεύουν τους άλλους.
Ο πιο ανοιχτός ταξιδιώτης δεν είναι εκείνος που γνωρίζει περισσότερα για τον τόπο που επισκέπτεται. Είναι εκείνος που είναι πρόθυμος να εγκαταλείψει, έστω για λίγο, τη βεβαιότητα ότι ο δικός του τρόπος να βλέπει τον κόσμο είναι ο μόνος δυνατός.
Εκείνο το «No, no madame» δεν ήταν μια προειδοποίηση για έναν αδέσποτο σκύλο.
Ήταν μια υπενθύμιση ότι πριν αγγίξουμε έναν τόπο ή ακόμη περισσότερο έναν άνθρωπο χρειάζεται να αγγίξουμε τις δικές μας βεβαιότητες.
Και ίσως τότε να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε:
Ποια άλλα προνόμια κουβαλάμε χωρίς να τα βλέπουμε;
Από ποια θέση μιλάμε κάθε φορά;
Και πόσο χώρο αφήνουμε στην πιθανότητα η δική μας αφήγηση να μην είναι η μόνη δυνατή;