Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Υποναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
*
Η Ελλάδα εξοπλίζεται στη βάση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου σχεδίου. Το λάθος, όμως, θα ήταν να θεωρήσουμε ότι επειδή υπογράψαμε τις συμβάσεις και παραλάβαμε κάποια από τα προηγμένα μέσα, αποκτήσαμε ήδη και την ισχύ που υπολογίζουμε… Η πραγματική εικόνα είναι διαφορετική. Αναμφίβολα οι Ένοπλες Δυνάμεις του 2031 θα είναι πολύ ισχυρότερες από τις σημερινές. Όμως, μέχρι τότε, υπάρχει ένα παράθυρο επιχειρησιακής «αβεβαιότητας». Και η Τουρκία είναι βέβαιο ότι θα κάνει τα πάντα για να το εκμεταλλευτεί…
Στην Πολεμική Αεροπορία διαθέτουμε ήδη τα 24 Rafale, ενώ η αναβάθμιση των 84 F-16 Block 52+ σε Viper ολοκληρώνεται το 2027 και θα ακολουθήσει και αυτή των F-16 Block 50. Τα πρώτα F-35 παραδίδονται από το 2028, με την επιχειρησιακή τους ένταξη να εντείνεται προς το τέλος της δεκαετίας.
Στη θάλασσα η μεταβολή είναι ομοίως εντυπωσιακή. Η Φρεγάτα ΚΙΜΩΝ έχει παραδοθεί και οι άλλες τρεις γαλλικές FDI, ΝΕΑΡΧΟΣ, ΦΟΡΜΙΩΝ και ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ακολουθούν έως το 2028. Παράλληλα, η Ελλάδα προχωρά στην απόκτηση δύο ιταλικών FREMM: της CARLO BERGAMINI, το πρώτο εξάμηνο του 2028 και της VIRGINIO FASAN, το πρώτο εξάμηνο του 2029, ενώ εκσυγχρονίζονται οι τέσσερις ΜΕΚΟ, με εκτιμώμενη ένταξη στην αρχή της ερχόμενης δεκαετίας. Παράλληλα, συνεχίζονται οι συζητήσεις για νέα Υποβρύχια, αλλά και κορβέτες, χωρίς ωστόσο να αναμένεται (εκτός απροόπτου) κάποια παραλαβή πριν το 2031. Τα πρώτα από τα 36 συστήματα PULS του Στρατού Ξηράς αναμένονται το 2027 και προσθέτουν δυνατότητα πλήγματος ακριβείας πέραν των 300 χιλιομέτρων.
Τέλος η αντιαεροπορική και αντιβληματική «Ασπίδα του Αχιλλέα», εξοπλισμένη με SPYDER, BARAK MX, David’s Sling, νέα ραντάρ και ενιαίο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (C2), έχει χρονοδιάγραμμα πλήρους επιχειρησιακής ολοκλήρωσης το καλοκαίρι του 2029.
Αλλά το 2031 πρέπει να κοιτάξουμε και απέναντι. Η Τουρκία θα αποτελεί μια ισχυρή ναυτική δύναμη. Το σημαντικότερο τουρκικό πλεονέκτημα δεν είναι κάποιο μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά η ναυπηγική και βιομηχανική επάρκεια και συνέχεια. Η πρώτη φρεγάτα κλάσης ISTIF βρίσκεται ήδη σε υπηρεσία και άλλες επτά είναι σε διαδικασία παραγωγής. Πρόκειται για πλοία με κατά βάση τουρκικά συστήματα και όπλα, που εξασφαλίζουν την πλήρη απεξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες. Ακόμη σοβαρότερη είναι η υποβρύχια απειλή. Η Τουρκία προγραμματίζει να έχει έως το 2029 έξι «αθόρυβα» (ΑΙΡ) υποβρύχια REIS, ενώ για το εθνικής σχεδίασης MΙLDEN ο στόχος είναι να ολοκληρωθούν οι δοκιμές του πρωτοτύπου περί το τέλος του 2031. Επίσης, έχει αρχίσει η κατασκευή του εγχώριου αντιτορπιλικού TF-2000, των 8.300 τόνων, που διαθέτει – μεταξύ άλλων – και κάθετο εκτοξευτήρα (VLS) κατευθυνόμενων βλημάτων 96 κελιών. Τέλος το νέο τουρκικό αεροπλανοφόρο, δεν αναμένεται πριν από το 2032, αλλά το γεγονός και μόνον ότι ήδη έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες ναυπήγησης, καταδεικνύει της κατασκευαστικές δυνατότητες του τουρκικού Ναυτικού. Σ’ αυτά θα πρέπει να συμπληρώσουμε τα μη επανδρωμένα θαλάσσια συστήματα MARLIN και ULAQ , που έχουν ήδη ενταχθεί, ενώ δοκιμάζονται δυνατότητες ακόμη και αυτόνομης ναρκοθέτησης.
Στον αέρα, βέβαια, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για την Τουρκία. Η Άγκυρα έχει συμφωνήσει για 20 Eurofighter Typhoon, με το βλήμα Meteor, με έναρξη παραδόσεων από το 2030. Παράλληλα, το σημερινό τουρκικό πρόγραμμα προβλέπει την ένταξη 20 εγχώριων αεροσκαφών KAAN, έως το τέλος του 2030, κάτι που φαντάζει ιδιαίτερα φιλόδοξο, ενώ εκσυγχρονίζεται και αριθμός F-16 Block 40/50 με τουρκικά συστήματα και εγχώρια όπλα. Άρα το 2031 η Ελλάδα πιθανότατα θα έχει μεγάλο ποιοτικό πλεονέκτημα στον αέρα, μέσω F-35, Rafale, και Viper, και έναν πλήρως αναβαθμισμένο Στόλο. Όμως, πολιτικά, δεν θα έχει απέναντι την Τουρκία του 2026…
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν χρειάζεται κάτι πραγματικά μεγάλο για να εμπεδωθεί. Καλλιεργεί την πλήρη αναθεώρηση του status quo, με γκρίζες ζώνες, τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, θαλάσσια πάρκα, παρεμπόδιση ερευνών και τελικά εμπέδωση της δικής μας – αλλά και παγκόσμιας – αντίληψης ότι κάποιες ελληνικές ενέργειες «δεν πρέπει να γίνονται για να μη δημιουργείται ένταση». Και αυτό ακριβώς οδηγεί στην «φινλανδοποίηση». Δηλαδή, όταν δεν χάνεις τυπικά κυριαρχία, αλλά προσαρμόζεις την αμυντική και εξωτερική πολιτική σου στις απαιτήσεις ενός «ισχυρότερου γείτονα» (Φινλανδία – Σοβιετική Ένωση).
Τα «ήρεμα νερά» της κάθε Διακήρυξης των Αθηνών, έχουν αξία μόνο εφόσον αγοράζουν χρόνο για ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Αν, όμως, παράλληλα, παγιώνουν τουρκικά τετελεσμένα, τότε ο υποτιθέμενος κατευνασμός καταλήγει σε σταδιακή παραίτηση. Δεν μπορεί μονίμως το ερώτημα να είναι «Δηλαδή να κάνουμε πόλεμο;», διότι η αρνητική απάντηση σ’ αυτό το ψευτοδίλημμα, έχει ως αποτέλεσμα την διαρκή υποχωρητικότητα.
Συνεπώς, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει το 2031. Χρειάζεται από τώρα συνεχή ναυτική παρουσία και επιτήρηση, με τα (καθόλου ευκαταφρόνητα) μέσα που διαθέτει, και εντατικοποίηση παραγωγής drones και αντι-drone συστημάτων (πχ. ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ). Χρειάζεται αποτελεσματικό σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου και ουσιαστική σχεδίαση πολυχωρικών επιχειρήσεων (Multi-Domain Operations), με έμφαση στις επιχειρήσεις κυβερνοχώρου και διαστήματος, αλλά και στην συντονισμένη διάχυση της πληροφορίας (JISR). Και πάνω απ’ όλα οφείλει να ασκεί στο πεδίο τα δικαιώματά της, με έρευνες, ενεργειακά projects (πχ. GSI), θαλάσσιες ζώνες και – πρωτίστως – αποτελεσματική αποτροπή. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα είναι ισχυρότερη το 2031. Αυτό είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι αν μέχρι τότε θα έχει διατηρηθεί το status quo που σήμερα εξοπλίζεται για να υπερασπιστεί…