Γράφει ο Δρ. Γιώργος Ζαΐρης, οικονομολόγος, Director στον τομέα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών, με εξειδίκευση στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς ευρωπαϊκούς θεσμούς και δημόσιους φορείς.
*
Με λιγότερο απο 2 μήνες να απομένουν για το νέο έτος, το 2027 αναμένεται να αποτελέσει μια ιδιαίτερα σημαντική χρονιά για το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης. Με τις πρόωρες εκλογές στην Ισπανία τον Νοέμβριο του 2026 να ανοίγουν έναν νέο εκλογικό κύκλο και σημαντικές αναμετρήσεις να ακολουθούν στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πολωνία, εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν για την πολιτική και οικονομική κατεύθυνση των χωρών τους. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες και η αβεβαιότητα για το μέλλον βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, ένα θεμελιώδες ερώτημα παραμένει συχνά αναπάντητο: διαθέτουν οι πολίτες τις απαραίτητες οικονομικές γνώσεις για να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν τις πολιτικές προτάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητά τους;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε τη σχέση της νέας γενιάς με την πολιτική. Η αποστασιοποίηση ενός μεγάλου ποσοστού των νέων από τις εκλογικές διαδικασίες, η στροφή πρός τα άκρα ως δίοδος ασφάλειας, η δυσπιστία προς τους θεσμούς και η αίσθηση ότι η πολιτική δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις αποτελούν ζητήματα που απασχολούν ολοένα και περισσότερο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πίσω όμως από αυτές τις εξελίξεις ενδέχεται να βρίσκεται και ένας παράγοντας στον οποίο δεν αποδίδεται η απαραίτητη προσοχή, ο οικονομικός αναλφαβητισμός.
Ο οικονομικός αναλφαβητισμός συνδέεται συνήθως με την αδυναμία διαχείρισης των προσωπικών οικονομικών, την έλλειψη αποταμίευσης ή τη δυσκολία κατανόησης χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ωστόσο, οι συνέπειές του ενδέχεται να εκτείνονται πολύ πέρα από το ατομικό επίπεδο. Η οικονομία βρίσκεται στον πυρήνα σχεδόν κάθε σημαντικής πολιτικής απόφασης. Η φορολογική πολιτική, οι δημόσιες δαπάνες, το ασφαλιστικό σύστημα, η αγορά εργασίας και η στεγαστική πολιτική επηρεάζουν άμεσα το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, η κατανόηση των βασικών οικονομικών μηχανισμών που βρίσκονται πίσω από αυτές τις αποφάσεις δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2023, μόλις το 18% των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει υψηλό επίπεδο χρηματοοικονομικού εγγραμματισμού. Το 64% κατατάσσεται σε μεσαίο επίπεδο, ενώ ένα επιπλέον 18% εμφανίζει χαμηλό επίπεδο. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν ένα σημαντικό εκπαιδευτικό κενό, το οποίο αποκτά ευρύτερες διαστάσεις όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της δημοκρατικής συμμετοχής.
Ας αναλογιστούμε, για παράδειγμα, πόσο εύκολο είναι για έναν πολίτη να αξιολογήσει μια πρόταση μείωσης της φορολογίας χωρίς να κατανοεί τις πιθανές επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα. Ή να διαμορφώσει άποψη για την αύξηση των μισθών χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σχέση μεταξύ πληθωρισμού, παραγωγικότητας και πραγματικής αγοραστικής δύναμης.Η οικονομική γνώση δεν οδηγεί απαραίτητα όλους τους πολίτες στα ίδια πολιτικά συμπεράσματα. Τους επιτρέπει, όμως, να διαμορφώνουν τις απόψεις τους με μεγαλύτερη επίγνωση των διαθέσιμων επιλογών και των πιθανών συνεπειών τους.
Μια ακόμη διάσταση του οικονομικού αναλφαβητισμού αφορά την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου. Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία διακινείται με εξαιρετική ταχύτητα, συχνά μέσα από σύντομα βίντεο, αποσπασματικές δηλώσεις και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύνθετα οικονομικά ζητήματα επιχειρείται να παρουσιαστούν μέσα από απλουστευμένες εξηγήσεις.Η οικονομική πολιτική, ωστόσο, σπάνια προσφέρει λύσεις χωρίς κόστος ή συμβιβασμούς. Μια αύξηση των δημόσιων δαπανών χρειάζεται χρηματοδότηση. Μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να δημιουργεί οφέλη, αλλά ενδέχεται να απαιτεί προσαρμογές σε άλλες δημοσιονομικές προτεραιότητες. Μια παρέμβαση στην αγορά κατοικίας μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά τους ενοικιαστές, τους ιδιοκτήτες και την προσφορά νέων κατοικιών.Η κατανόηση αυτών των σχέσεων δεν απαιτεί εξειδικευμένες σπουδές στα οικονομικά. Απαιτεί, όμως, μια στοιχειώδη εξοικείωση με βασικές έννοιες και την ικανότητα κριτικής αξιολόγησης.Όταν αυτή η βάση απουσιάζει, ο δημόσιος διάλογος κινδυνεύει να περιοριστεί σε υποσχέσεις που δεν εξετάζονται ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής τους ή σε αντιπαραθέσεις που στηρίζονται περισσότερο στο συναίσθημα παρά στην ουσιαστική ανάλυση.Το ζήτημα δεν είναι ότι η οικονομική γνώση καθορίζει ποια πολιτική επιλογή είναι σωστή. Είναι ότι επιτρέπει στους πολίτες να διακρίνουν καλύτερα τις πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαθέσιμων επιλογών.
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αναγνωρίσουμε μια σημαντική παράμετρο. Ο οικονομικός αναλφαβητισμός δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη. Η εκπαίδευση, οι δημόσιοι θεσμοί, τα μέσα ενημέρωσης και το ίδιο το πολιτικό σύστημα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής αντίληψης των πολιτών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι νέοι ολοκληρώνουν τη σχολική τους εκπαίδευση χωρίς να έχουν αποκτήσει επαρκείς πρακτικές γνώσεις για τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος, τον πληθωρισμό, τον δανεισμό, την αποταμίευση ή τη διαχείριση ενός προσωπικού προϋπολογισμού.Και όμως, πολύ σύντομα καλούνται όχι μόνο να λάβουν σημαντικές οικονομικές αποφάσεις για τη ζωή τους, αλλά και να συμμετάσχουν σε εκλογικές διαδικασίες όπου αυτά ακριβώς τα ζητήματα αποτελούν κεντρικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης.
Παράλληλα, δεν μπορούμε να απαιτούμε από τους πολίτες να κατανοούν σύνθετες οικονομικές πολιτικές όταν αυτές παρουσιάζονται συχνά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, σαφήνεια ή ανάλυση των επιπτώσεών τους. Η ενίσχυση της οικονομικής παιδείας, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκμάθηση βασικών χρηματοοικονομικών εννοιών. Χρειάζεται να συνδέεται με την κατανόηση της δημόσιας οικονομίας, των θεσμών και του τρόπου με τον οποίο οι συλλογικές αποφάσεις επηρεάζουν την κοινωνία.Η οικονομική παιδεία δεν αποτελεί πανάκεια για την πολιτική αποστασιοποίηση ούτε μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο ενδυνάμωσης των πολιτών και ιδιαίτερα των νεότερων γενεών. Διότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αυξηθεί ο αριθμός των πολιτών που συμμετέχουν στις εκλογές, αλλά να ενισχυθεί η δυνατότητά τους να συμμετέχουν συνειδητά και ουσιαστικά στη δημοκρατική διαδικασία.
Και ίσως μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση να αναρωτιώμαστε γιατί οι νέοι απομακρύνονται από την πολιτική, θα άξιζε να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: Τους έχουμε προσφέρει πραγματικά τις γνώσεις και τα εργαλεία που χρειάζονται για να κατανοήσουν τον κόσμο στον οποίο καλούνται να αποφασίσουν για το μέλλον τους;