Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στον πόλεμο του 20ού αιώνα, το πλεονέκτημα μετριόταν σε μεγάλο βαθμό σε πυροβόλα, άρματα, αεροσκάφη και πυραύλους. Στον πόλεμο του 21ου αιώνα μετριέται όλο και περισσότερο και σε κάτι λιγότερο ορατό: στον χρόνο.

Στον χρόνο που χρειάζεται μια δύναμη για να εντοπίσει μια απειλή, να την αναγνωρίσει, να αξιολογήσει τα δεδομένα, να αποφασίσει και τελικά να αντιδράσει.

Advertisement
Advertisement

Η εξέλιξη των μη επανδρωμένων συστημάτων έχει αλλάξει δραματικά αυτή την εξίσωση. Η εμπειρία των σύγχρονων συγκρούσεων έδειξε ότι ένα σχετικά φθηνό drone μπορεί να προσφέρει σχεδόν σε πραγματικό χρόνο εικόνα του πεδίου της μάχης, να εντοπίσει έναν στόχο και να συνδεθεί με την αλυσίδα προσβολής του. Η μαζική παρουσία μη επανδρωμένων συστημάτων έχει κάνει την απόκρυψη δυσκολότερη και την κίνηση στο πεδίο της μάχης πολύ πιο επικίνδυνη.

Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι το ίδιο το drone. Είναι το δίκτυο που δημιουργείται γύρω του.

Η πληροφορία πρέπει να μεταδοθεί, να αξιολογηθεί και να μετατραπεί σε απόφαση. Ένα άλλο σύστημα πρέπει στη συνέχεια να αναλάβει την αντίδραση. Όσο μικραίνει η απόσταση ανάμεσα στον εντοπισμό μιας απειλής και στην αντιμετώπισή της, τόσο αυξάνεται η επιχειρησιακή αξία ολόκληρου του συστήματος.

Εδώ αλλάζει και η ίδια η έννοια της στρατιωτικής ισχύος.

Δεν αρκεί πλέον μια χώρα να διαθέτει προηγμένα όπλα. Πρέπει να μπορεί να τα συνδέει μεταξύ τους. Ραντάρ, αισθητήρες, drones, ηλεκτρονικός πόλεμος, αντιαεροπορικά συστήματα, κέντρα διοίκησης και λογισμικό αποκτούν πολύ μεγαλύτερη αξία όταν λειτουργούν ως τμήματα μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής.

Η τεχνολογία, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο πάνω στην πλατφόρμα. Βρίσκεται στη σύνδεση των πλατφορμών.

Advertisement

Σε αυτό το νέο περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η τεχνητή νοημοσύνη. Η σύγχρονη μάχη παράγει τεράστιο όγκο δεδομένων και το πρόβλημα δεν είναι πλέον η έλλειψη πληροφορίας, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησής της μέσα στον διαθέσιμο χρόνο. Η AI μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση μοτίβων, στην επεξεργασία δεδομένων και στην ταχύτερη υποστήριξη της λήψης αποφάσεων.

Δεν αντικαθιστά τον άνθρωπο. Μπορεί, όμως, να μειώσει δραστικά τον χρόνο που μεσολαβεί από την πληροφορία στην απόφαση.

Σε μια σύγκρουση υψηλής έντασης, αυτή η διαφορά μπορεί να κρίνει την έκβαση μιας επιχείρησης.

Advertisement

Υπάρχει, την ίδια στιγμή, ένα νέο πρόβλημα για την άμυνα. Όσο τα drones γίνονται φθηνότερα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά, τόσο λιγότερο βιώσιμο είναι να αντιμετωπίζονται όλα με εξαιρετικά ακριβά αναχαιτιστικά μέσα. Η άμυνα χρειάζεται διαφορετικά επίπεδα προστασίας, ανάλογα με το είδος, την ταχύτητα, το ύψος και το κόστος της απειλής.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο drone και το anti-drone σύστημα είναι μόνο ένα μέρος αυτής της νέας κούρσας. Ηλεκτρονικός πόλεμος, αισθητήρες, λογισμικό, αυτοματοποιημένη αναγνώριση και διαφορετικές μορφές αναχαίτισης δημιουργούν ένα νέο πεδίο τεχνολογικού ανταγωνισμού.

Ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να είναι καλύτερος σε όλα. Αρκεί να βρει έναν τρόπο να επιβάλει στην άμυνα δυσανάλογο κόστος.

Advertisement

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα των σύγχρονων συγκρούσεων.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα πρέπει να εξεταστεί η «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Advertisement

Στις 31 Αυγούστου 2026 Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν τη διακρατική συμφωνία για την ανάπτυξη του ελληνικού αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και anti-drone θόλου, με ενιαίο και ολιστικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 3,035 δισ. ευρώ. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν ήδη 19 ελληνικές εταιρείες, με ελληνική συμμετοχή που υπερβαίνει το 25%, περίπου 750 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέπεται και δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα με εξαγωγικές προοπτικές.

Advertisement

Η αρχιτεκτονική του συστήματος περιλαμβάνει David’s Sling και SPYDER της Rafael, BARAK MX της Israel Aerospace Industries, MMR πολυλειτουργικά ραντάρ της ELTA και νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα, υπογράφηκε ξεχωριστή συμφωνία ύψους 26 εκατ. ευρώ για συστήματα Drone Dome της Rafael, με σκοπό την προστασία στρατηγικών εγκαταστάσεων από μη επανδρωμένες απειλές.

Η ουσία, όμως, βρίσκεται στην αρχιτεκτονική.

Διαφορετικά μέσα θα πρέπει να μπορούν να συνεργάζονται απέναντι σε διαφορετικές απειλές. Η αξία ενός τέτοιου συστήματος δεν θα κριθεί μόνο από τις επιδόσεις κάθε επιμέρους όπλου, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά όλα τα στοιχεία θα λειτουργούν ως ένα ενιαίο δίκτυο.

Advertisement

Η πλήρης ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» έχει τοποθετηθεί σε ορίζοντα 35 μηνών από την έναρξη του προγράμματος, δηλαδή μέσα στο καλοκαίρι του 2029. Οι δυνατότητες, ωστόσο, δεν πρόκειται να εμφανιστούν όλες ταυτόχρονα. Η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής θα πραγματοποιηθεί σταδιακά.

Το 2029, επομένως, δεν είναι η ημερομηνία κατά την οποία η Ελλάδα θα αποκτήσει για πρώτη φορά σύγχρονη αεράμυνα. Είναι ο ορίζοντας στον οποίο η νέα, ενοποιημένη αρχιτεκτονική θα πρέπει να έχει αναπτυχθεί πλήρως.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις του προγράμματος.

Από τον πελάτη στον συμπαραγωγό

Η «Ασπίδα» δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα. Είναι το μεγαλύτερο και πλέον φιλόδοξο κομμάτι μιας ελληνοϊσραηλινής αμυντικής σχέσης που έχει ήδη αποκτήσει σημαντικό επιχειρησιακό, τεχνολογικό και βιομηχανικό βάθος.

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισραηλινή τεχνολογία μη επανδρωμένων συστημάτων Heron, ενώ η συνεργασία έχει επεκταθεί σε anti-drone τεχνολογίες, αισθητήρες, κυβερνοάμυνα, έρευνα, καινοτομία και αμυντική βιομηχανία. Τον Ιανουάριο του 2026 οι δύο χώρες συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση μη επανδρωμένων πλατφορμών, συμπεριλαμβανομένων σμηνών UAV και μη επανδρωμένων υποβρυχίων συστημάτων, καθώς και στην κυβερνοάμυνα. Το Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας για το 2026 περιλαμβάνει 29 δράσεις στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το PULS της Elbit Systems. Η Ελλάδα έχει υπογράψει συμφωνία ύψους περίπου 650 εκατ. ευρώ για την προμήθεια συστημάτων PULS και σχετικού πακέτου πυρομαχικών. Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί σε περίοδο τεσσάρων ετών και θα συνοδεύεται από δεκαετή περίοδο υποστήριξης.

Το PULS είναι ξεχωριστό από την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Το ίδιο ισχύει και για τα Heron. Δεν αποτελούν όλα αυτά ένα ενιαίο οπλικό σύστημα. Αποτελούν, όμως, διαφορετικά κομμάτια μιας ολοένα βαθύτερης αμυντικής σχέσης.

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Η Ελλάδα δεν επιδιώκει πλέον μόνο να αγοράσει συστήματα από το Ισραήλ. Επιχειρεί να αξιοποιήσει την ισραηλινή εμπειρία για να αναπτύξει και το δικό της αμυντικό οικοσύστημα.

Ο ίδιος ο Νίκος Δένδιας έχει περιγράψει τον στόχο ως μετάβαση από τη θέση της «χώρας-πελάτη» και του απλού αγοραστή στη θέση του συμπαραγωγού και παραγωγού καινοτόμων προϊόντων διττής χρήσης. Το ΥΠΕΘΑ συνδέει αυτή την κατεύθυνση με τη δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας και με την ανάπτυξη ελληνικών anti-drone συστημάτων και drones.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «αγοράζω από εσένα» και στο «αναπτύσσουμε και παράγουμε μαζί».

Στην πρώτη περίπτωση αποκτάς ένα σύστημα.

Στη δεύτερη αποκτάς και μέρος της γνώσης που απαιτείται για να το υποστηρίξεις, να το προσαρμόσεις και να συμμετάσχεις στην επόμενη γενιά του.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό ζητούμενο για την Ελλάδα.

Η χώρα δεν μπορεί να γίνει αυτάρκης σε ολόκληρο το φάσμα της αμυντικής τεχνολογίας. Μπορεί, όμως, να επιλέξει σε ποιους τομείς θέλει να αποκτήσει παραγωγική και τεχνολογική αυτονομία.

Μπορεί να χρησιμοποιήσει τις μεγάλες εξοπλιστικές συμφωνίες όχι μόνο για να αποκτήσει επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και για να δημιουργήσει τεχνογνωσία, υποδομές, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και ελληνικές εταιρείες που θα μπορούν να συμμετέχουν στην επόμενη γενιά αμυντικών τεχνολογιών.

Αυτό είναι που μετατρέπει σταδιακά μια εξοπλιστική σχέση σε στρατηγική σχέση.

Το κόστος της αποτροπής

Όλα αυτά έχουν, φυσικά, ένα μεγάλο οικονομικό κόστος.

Η σύγχρονη άμυνα είναι ακριβή. Η απόκτηση συστημάτων, η ανάπτυξη υποδομών, η εκπαίδευση προσωπικού, η συντήρηση και η συνεχής τεχνολογική αναβάθμιση απαιτούν πόρους. Για μια χώρα με συγκεκριμένες δημοσιονομικές δυνατότητες, οι επιλογές δεν είναι απεριόριστες.

Η εναλλακτική, όμως, δεν είναι η απουσία κόστους.

Είναι η έκθεση στο κόστος μιας αποτροπής που απέτυχε.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων δεν αποτελεί θεωρητική υπόθεση. Η αποτροπή, συνεπώς, πρέπει να είναι πραγματική, μετρήσιμη και αξιόπιστη.

Ο στόχος δεν είναι να δημιουργηθεί μια στρατιωτική δύναμη για να χρησιμοποιηθεί σε έναν πόλεμο. Ο στόχος είναι να καταστήσει έναν πόλεμο τόσο επικίνδυνο και τόσο δαπανηρό για τον αντίπαλο, ώστε να μην αποτελεί ελκυστική επιλογή.

Η αποτροπή κοστίζει. Η αποτυχία της, όμως, κοστίζει πολύ περισσότερο.

Αυτό πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής στρατηγικής σκέψης. Η άμυνα δεν είναι μια δαπάνη που δικαιολογείται μόνο όταν ξεσπάσει μια κρίση. Η πραγματική αξία της βρίσκεται ακριβώς στην πρόληψη της κρίσης.

Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά την αποτροπή, την κάνει πιο αξιόπιστη.

Το πραγματικό στοίχημα

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της.

Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα συστήματα, αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα ανθρώπους που μπορούν να τα αξιοποιήσουν, υποδομές που μπορούν να τα συνδέσουν και μια αμυντική βιομηχανία που μπορεί να τα συντηρήσει και να τα εξελίξει.

Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να μη δημιουργηθεί άλλη μία γενιά εξοπλιστικών προγραμμάτων που θα αφήσει πίσω της μόνο ακριβές πλατφόρμες.

Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ελληνικό οικοσύστημα άμυνας και τεχνολογίας που θα μπορεί να παράγει λύσεις, να τις δοκιμάζει στο πεδίο και να τις βελτιώνει με την ίδια ταχύτητα που μεταβάλλεται η απειλή.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιγράψει το ισραηλινό μοντέλο. Μπορεί, όμως, να αξιοποιήσει την ισραηλινή εμπειρία για να δημιουργήσει το δικό της.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής σχέσης.

Όχι απλώς να αγοράζει η Ελλάδα καλύτερα όπλα, αλλά να αποκτήσει την ικανότητα να συμμετέχει στην ανάπτυξη των τεχνολογιών που θα χρειαστεί αύριο.

Ο πόλεμος του μέλλοντος θα είναι περισσότερο δικτυωμένος, περισσότερο αυτοματοποιημένος και πολύ πιο γρήγορος. Η υπεροχή δεν θα κρίνεται μόνο από τον αριθμό των μαχητικών, των πυραύλων ή των πλοίων.

Θα κρίνεται από την ικανότητα μιας χώρας να αντιλαμβάνεται έγκαιρα την απειλή, να μετατρέπει τα δεδομένα σε απόφαση, να αντιδρά αποτελεσματικά και να προσαρμόζεται ταχύτερα από τον αντίπαλο.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή.

Να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την άμυνα κυρίως ως αγορά οπλικών συστημάτων ή να τη μετατρέψει σε ένα ευρύτερο πεδίο τεχνολογικής, βιομηχανικής και στρατηγικής ανάπτυξης.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένας νέος αμυντικός θόλος.

Μπορεί να αποτελέσει το σύμβολο μιας διαφορετικής αντίληψης για την ελληνική άμυνα: μιας χώρας που δεν αγοράζει απλώς ασφάλεια, αλλά επενδύει στην ικανότητά της να την παράγει.

Στον πόλεμο του 21ου αιώνα, το πλεονέκτημα δεν θα ανήκει απαραίτητα σε εκείνον που έχει το μεγαλύτερο οπλοστάσιο αλλά  σε εκείνον που μπορεί να δει πρώτος, να καταλάβει γρηγορότερα, να αντιδράσει αποτελεσματικότερα και να καινοτομήσει πριν από τον αντίπαλό του.