Του Θόδωρου Τσίκα*
Η απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν προσωρινά τους περιορισμούς στις συναλλαγές ρωσικού ντίζελ, με στόχο την αύξηση της προσφοράς και την αποκλιμάκωση των τιμών, προκάλεσε ανησυχία στους Ευρωπαίους συμμάχους τους. Παράλληλα, η εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε επιβεβαιωθεί ως συμφωνία μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, ενώ οι ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικές ενεργειακές υποδομές συνεχίστηκαν. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα δέσμη νέων κυρώσεων σε βάρος του ρωσικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, με 1.569 καταχωρίσεις.
Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να προωθήσει τη δική της προσέγγιση για τον τερματισμό του πολέμου, ακόμη και με κινήσεις που προκαλούν τριβές με τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Η ΕΕ επιμένει στη διατήρηση της πίεσης προς τη Μόσχα, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις πως η ρωσική ηγεσία είναι έτοιμη να τερματίσει την επιθετικότητά της.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς η διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών. Είναι κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις και να διασφαλίζει τα συμφέροντά της όταν η αμερικανική πολιτική μεταβάλλεται.
Από την εξάρτηση στην προσαρμογή
Η ευρωπαϊκή ανησυχία είναι δικαιολογημένη. Η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ΗΠΑ για κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες, μεταξύ άλλων στην αεράμυνα και στην παροχή πληροφοριών. Μια σοβαρή μείωση της αμερικανικής συνδρομής θα δημιουργούσε προβλήματα στο Κίεβο και θα επηρέαζε άμεσα την ασφάλεια της Ευρώπης.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όμως, αρχίζουν να προσαρμόζονται σε μια λιγότερο προβλέψιμη διατλαντική σχέση. Επιχειρούν να ενισχύσουν τη δική τους συμβολή στην υποστήριξη της Ουκρανίας, να αυξήσουν την παραγωγή οπλικών συστημάτων και να αναπτύξουν δυνατότητες που θα περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Ουάσιγκτον.
Η Ευρώπη δεν έχει αποκτήσει στρατηγική αυτονομία και δεν μπορεί σύντομα να υποκαταστήσει τις αμερικανικές δυνατότητες. Αρχίζει, όμως, να αντιλαμβάνεται ότι η εξάρτηση από τις πολιτικές αποφάσεις ενός εξωτερικού παράγοντα αποτελεί από μόνη της στρατηγικό κίνδυνο.
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει απομάκρυνση από τις ΗΠΑ. Σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι αποκτούν τα μέσα να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλειά τους και να διατηρούν τη δυνατότητα δράσης, ακόμη και όταν η αμερικανική υποστήριξη περιορίζεται.
Το έλλειμμα των κοινών δυνατοτήτων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί δοκιμασία για την ευρωπαϊκή άμυνα. Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους, τεχνογνωσία και αξιόλογες αμυντικές βιομηχανίες. Δεν έχει καταφέρει, ωστόσο, να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε ένα συνεκτικό σύστημα παραγωγής, προμηθειών και επιχειρησιακής συνεργασίας.
Οι πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας, την προμήθεια πυραύλων και τη διεύρυνση της στρατιωτικής βοήθειας είναι αναγκαίες. Δεν αρκούν, όμως, για να καλύψουν -με την απαιτούμενη ταχύτητα- τις ανάγκες ενός πολέμου μεγάλης έντασης. Ο κατακερματισμός της αμυντικής βιομηχανίας, οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες και ο ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών προσπαθειών.
Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική αντίφαση: η Ευρώπη διαθέτει σημαντικούς συνολικούς πόρους, αλλά δεν τους αξιοποιεί πάντα ως ενιαία στρατηγική δύναμη.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες. Χρειάζονται κοινές προμήθειες, συντονισμένα εξοπλιστικά προγράμματα, μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και χρηματοδοτικά εργαλεία που θα ενισχύουν την ευρωπαϊκή παραγωγή. Όσο κάθε κυβέρνηση σχεδιάζει κυρίως με βάση τις εθνικές προτεραιότητες της, η αύξηση των δαπανών δεν θα μεταφράζεται αναγκαστικά σε ανάλογη αύξηση της συνολικής ευρωπαϊκής ισχύος.
Η Άμυνα χρειάζεται πολιτική ενοποίηση
Η συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να περιορίζεται στους εξοπλισμούς. Αφορά εξίσου τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λαμβάνει έγκαιρα αποφάσεις και να τις εφαρμόζει.
Η υποχρεωτική ομοφωνία για λήψη αποφάσεων στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στην Ε.Ε. επιτρέπει σε ένα κράτος-μέλος να εμποδίζει την κοινή δράση, ακόμη και όταν τα υπόλοιπα θεωρούν αναγκαία την ανάληψη πρωτοβουλιών. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων απειλών και ταχέων εξελίξεων, αυτή η θεσμική αδυναμία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Η μετάβαση σε αποτελεσματικότερες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών θεσμών και η δυνατότητα προώθησης πρωτοβουλιών από κράτη που είναι έτοιμα να προχωρήσουν, μπορούν να συμβάλουν στην υπέρβαση του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στην Άμυνα δεν απαιτεί να συμφωνούν όλοι σε κάθε επιμέρους βήμα. Απαιτεί, όμως, να μην μπορεί η διαφωνία ενός κράτους να ακυρώνει διαρκώς τη βούληση των υπολοίπων να δράσουν.
Χωρίς κοινή πολιτική βούληση, ακόμη και οι αυξημένες δαπάνες και τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα θα έχουν περιορισμένη απόδοση. Η ευρωπαϊκή Άμυνα είναι, συνεπώς, όχι μόνο ζήτημα στρατιωτικών μέσων, αλλά και ζήτημα πολιτικής ενοποίησης.
Μια πιο ισότιμη διατλαντική σχέση
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, οι δυνατότητες πληροφοριών, η πυρηνική αποτροπή και η τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ σε κρίσιμους τομείς εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής Ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη δεν μπορεί σύντομα να υποκαταστήσει αυτές τις δυνατότητες, ούτε χρειάζεται να επιδιώξει την αποδέσμευσή της από τη διατλαντική συμμαχία.
Το ζητούμενο είναι να πάψει να εξαρτάται ολοκληρωτικά από τις αμερικανικές επιλογές. Μια Ευρώπη με ισχυρότερες αμυντικές δυνατότητες, κοινό σχεδιασμό και μεγαλύτερη πολιτική συνοχή θα μπορεί να συνεργάζεται αποτελεσματικότερα με τις ΗΠΑ, αλλά και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες όταν οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον δεν συμπίπτουν με τις δικές της.
Οι πρόσφατες εξελίξεις δεν αποδεικνύουν ότι η Ευρώπη έχει φτάσει σε αυτό το σημείο. Καθιστούν, όμως, σαφέστερο το κόστος της αδράνειας.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στις ΗΠΑ και στη δική της στρατηγική αυτονομία. Χρειάζεται να αποκτήσει τις δυνατότητες, που θα της επιτρέψουν να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος, χωρίς να είναι στρατηγικά εξαρτημένη.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν είναι το αντίθετο της διατλαντικής Συμμαχίας. Είναι η προϋπόθεση για μια πιο ισότιμη και ανθεκτική Συμμαχία. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα αντικαταστήσει τις ΗΠΑ, αλλά αν θα μπορέσει να αναλάβει τις ευθύνες που αντιστοιχούν στην οικονομική και πολιτική βαρύτητα της. Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό ο διεθνής ρόλος της τα επόμενα χρόνια.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)