Ένας επαγγελματίας που εργάζεται εξ αποστάσεως για μια επιχείρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία ή στη Γαλλία μπορεί να θεωρεί διαχειρίσιμο ένα ενοίκιο 1.200 ή 1.500 ευρώ. Για έναν εργαζόμενο με αντίστοιχα προσόντα, που όμως αμείβεται στην Ελλάδα, το ίδιο ποσό μπορεί να αντιστοιχεί σχεδόν σε ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό του.
Το ίδιο σπίτι, στην ίδια πόλη, δεν έχει επομένως την ίδια τιμή για όλους.
Και αυτό μας οδηγεί σε ένα ερώτημα που θα μας απασχολεί όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια:
Ποιος θα μπορεί τελικά να ζήσει στην Αθήνα;
Μια πόλη που αλλάζει γρηγορότερα από τα εισοδήματά της
Η Αθήνα έχει αλλάξει εντυπωσιακά.
Ο τουρισμός έχει αυξηθεί, το κέντρο έχει αποκτήσει νέα ζωή, όλο και περισσότεροι άνθρωποι από το εξωτερικό επιλέγουν την πόλη είτε για να ζήσουν είτε για να εργαστούν για ένα διάστημα.
Αυτή η εξωστρέφεια είναι θετική.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η οικονομία της κατοικίας μεταβάλλεται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ.
Γιατί μια πόλη δεν γίνεται απρόσιτη απλώς επειδή ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων.
Γίνεται απρόσιτη όταν οι τιμές της αποσυνδέονται από τα εισοδήματα των κατοίκων της.
Η Αθήνα μπαίνει σε μια διεθνή αγορά κατοικίας
Ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι, στο Κουκάκι, στη Νεάπολη, στο Μετς ή σε άλλες γειτονιές του κέντρου δεν απευθύνεται πλέον μόνο στην εγχώρια αγορά.
Για το ίδιο ακίνητο μπορεί να ενδιαφέρεται ένας εργαζόμενος με ελληνικό μισθό, ένας επαγγελματίας που αμείβεται στο εξωτερικό, ένας digital nomad, ένας ξένος επενδυτής ή κάποιος που θέλει να το αξιοποιήσει τουριστικά.
Όλοι στρέφονται προς το ίδιο περιορισμένο οικιστικό απόθεμα, αλλά με εντελώς διαφορετική αγοραστική δύναμη.
Η εξωτερική ζήτηση έχει ασφαλώς θετικές επιπτώσεις. Φέρνει κεφάλαια, αναβαθμίζει ακίνητα, κινητοποιεί την οικοδομή και ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα.
Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε αυτή την ανάπτυξη.
Είναι να μην αγνοήσουμε τις παράπλευρες συνέπειές της.
Όταν ο τουρισμός γίνεται πίεση για την κατοικία
Ο τουρισμός είναι ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.
Όμως υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η μεγάλη τουριστική επιτυχία μιας πόλης μπορεί να δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της.
Η βραχυχρόνια μίσθωση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σε μια περιοχή μεγάλης τουριστικής ζήτησης, ένα διαμέρισμα δεν έχει πλέον μόνο μία πιθανή χρήση: να κατοικηθεί από έναν άνθρωπο ή μια οικογένεια.
Μπορεί να γίνει τουριστικό κατάλυμα και να αποφέρει μεγαλύτερη απόδοση στον ιδιοκτήτη.
Η επιλογή αυτή είναι οικονομικά απολύτως κατανοητή. Όταν όμως επαναλαμβάνεται σε μεγάλη κλίμακα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι λιγότερα σπίτια για μακροχρόνια μίσθωση, μεγαλύτερη πίεση στις τιμές και σταδιακή αλλαγή του χαρακτήρα ολόκληρων γειτονιών.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον τουρισμό και στον υπερτουρισμό.
Η επιτυχία παύει να είναι αυτονόητα επιτυχία όταν αρχίζει να δυσκολεύει την καθημερινότητα εκείνων που κατοικούν μόνιμα στην πόλη.
Το Ελληνικό και μια νέα γεωγραφία πλούτου
Στα Νότια Προάστια βλέπουμε μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας μεταβολής.
Η επένδυση στο Ελληνικό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αστικές αναπλάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα και μπορεί να δημιουργήσει σημαντική οικονομική δραστηριότητα και νέες υποδομές.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να γίνονται μεγάλες επενδύσεις. Είναι πώς η αξία που δημιουργούν διαχέεται στην κοινωνία και πώς αποφεύγεται η σταδιακή μετατροπή ολόκληρων ζωνών της πόλης σε περιοχές απρόσιτες για τα μεσαία εισοδήματα.
Αυτό δημιουργεί ένα ερώτημα:
Μπορεί μια περιοχή να αναπτύσσεται και σταδιακά να αποκλείει, από την κατοικία σε αυτή και τις γύρω περιοχές της, όσους δεν διαθέτουν αντίστοιχα εισοδήματα;
Η μεσαία τάξη που ασφυκτιά
Ίσως αυτή να είναι η περισσότερο καθοριστική αλλαγή.
Ο δάσκαλος, ο νοσηλευτής, ο μηχανικός, ο ιδιωτικός υπάλληλος, το νέο ζευγάρι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να μετατρέψουν το εισόδημά τους σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής.
Όταν ένα πολύ μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος απορροφάται από το ενοίκιο, η πίεση μεταφέρεται παντού: στην κατανάλωση, στην αποταμίευση, στην απόφαση για δημιουργία οικογένειας, ακόμη και στη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να φύγει από το πατρικό του.
Και υπάρχει μια δεύτερη συνέπεια. Ο εργαζόμενος αναζητά φθηνότερη κατοικία μακρύτερα, πληρώνοντας τελικά το χαμηλότερο ενοίκιο με περισσότερο χρόνο μετακίνησης και χαμηλότερη ποιότητα καθημερινής ζωής.
Αυτός είναι ένας αθόρυβος οικονομικός εκτοπισμός.
Κανείς δεν σου λέει ότι πρέπει να φύγεις από τη γειτονιά σου.
Απλώς κάποια στιγμή δεν μπορείς πλέον να πληρώσεις για να μείνεις εκεί.
Και στην άλλη πλευρά, ο κίνδυνος της περιθωριοποίησης
Υπάρχει όμως και η αντίθετη πλευρά αυτής της διαδικασίας.
Όσο ορισμένες περιοχές γίνονται οικονομικά απρόσιτες, οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες τείνουν να συγκεντρώνονται εκεί όπου η κατοικία παραμένει φθηνότερη.
Σε αυτές τις γειτονιές μπορεί να συσσωρεύονται χαμηλά εισοδήματα, ανεργία, προβλήματα στον δημόσιο χώρο, ελλείψεις στις υπηρεσίες και δυσκολίες κοινωνικής ένταξης.
Συχνά εκεί εγκαθίστανται και περισσότεροι μετανάστες, ακριβώς επειδή έχουν λιγότερες επιλογές στην αγορά κατοικίας.
Το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία τους. Το πρόβλημα είναι όταν η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός αποκτούν πλέον διεύθυνση.
Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε μια περιοχή όπου το σχολείο, το εισόδημα, ο δημόσιος χώρος και οι ευκαιρίες είναι σταθερά χειρότερα από εκείνα που υπάρχουν μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για θύλακες αποκλεισμού.
Και η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει πόσο δύσκολο είναι να αναστραφεί αυτή η κατάσταση όταν παγιωθεί για δεκαετίες.
Η απάντηση δεν είναι ούτε η στοχοποίηση των μεταναστών ούτε η άρνηση του προβλήματος.
Είναι η πρόληψη του κοινωνικού διαχωρισμού.
Μια πόλη τριών ταχυτήτων;
Αν αφήσουμε αυτές τις τάσεις να εξελιχθούν χωρίς πολιτική παρέμβαση, κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε μια Αθήνα τριών ταχυτήτων.
Μια Αθήνα πολύ υψηλών εισοδημάτων και διεθνών τιμών σε συγκεκριμένες περιοχές.
Μια μεσαία τάξη που πιέζεται, μετακινείται όλο και πιο μακριά ή περιορίζει διαρκώς το επίπεδο ζωής της για να αντέξει το κόστος κατοικίας.
Και γειτονιές όπου κινδυνεύουν να συγκεντρώνονται η φτώχεια ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι δυσκολίες ένταξης. .
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Ανοιχτή πόλη, αλλά πόλη για τους κατοίκους της
Η λύση δεν είναι να κλείσει η Αθήνα στις επενδύσεις, στον τουρισμό ή στους ανθρώπους που θέλουν να έρθουν να ζήσουν εδώ.
Το αντίθετο.
Η Αθήνα πρέπει να παραμείνει ανοιχτή, ευρωπαϊκή και εξωστρεφής.
Αλλά η εξωστρέφεια χρειάζεται ισορροπία.
Χρειάζεται πραγματική αύξηση της προσφοράς κατοικίας και αξιοποίηση των κλειστών ακινήτων.
Χρειάζεται ένα πραματικό απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, με αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, ανακαίνιση υφιστάμενων κτιρίων και κίνητρα ώστε κλειστές κατοικίες να επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση με προσιτό ενοίκιο.
Κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση.
Κοινωνική και προσιτή κατοικία και για νέους και εργαζόμενους που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια αγορά η οποία έχει ξεπεράσει τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Χρειάζεται στοχευμένη ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης εκεί όπου δημιουργεί αποδεδειγμένα υπερβολική πίεση.
Και χρειάζεται πολιτική για τις γειτονιές που κινδυνεύουν να μείνουν πίσω: καλύτερος δημόσιος χώρος, σχολεία, ασφάλεια, κοινωνικές υπηρεσίες και πραγματικές πολιτικές ένταξης.
Η επιτυχία μιας πόλης δεν μπορεί να μετριέται μόνο από τις αφίξεις στο αεροδρόμιο, την αξία των ακινήτων ή το ύψος των επενδύσεων.
Πρέπει να μετριέται και από κάτι πολύ απλούστερο:
αν ένας άνθρωπος που εργάζεται σε αυτήν μπορεί ακόμη να ζήσει αξιοπρεπώς σε αυτήν.