Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Οι τελευταίες εξελίξεις στον πόλεμο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση έχει εισέλθει σε μια νέα φάση, στην οποία η στρατιωτική αναμέτρηση, η οικονομική πίεση και ο έλεγχος των στρατηγικών δικτύων του διεθνούς εμπορίου συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο ανταγωνισμού. Η συνέχιση των αμερικανικών αεροπορικών και πυραυλικών πληγμάτων σε ιρανικές στρατιωτικές υποδομές, σε συνδυασμό με τις ιρανικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων και τη διεύρυνση των επιχειρήσεων των Χούθι κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, αποτυπώνουν τη μετάβαση από μια περιορισμένη περιφερειακή αντιπαράθεση σε μια πολυδιάστατη σύγκρουση με παγκόσμιες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 90 δολάρια ανά βαρέλι, η αύξηση του κόστους ασφάλισης των εμπορικών πλοίων και η διατάραξη των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων επιβεβαιώνουν ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων διαδρόμων αποτελεί πλέον κεντρικό πεδίο άσκησης στρατηγικής ισχύος και όχι απλώς υποστηρικτικό στοιχείο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν τη θεωρητική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η ισχύς στον 21ο αιώνα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ικανότητα καταστροφής του αντιπάλου, αλλά ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα διαμόρφωσης των οικονομικών προσδοκιών και διατάραξης της λειτουργίας των παγκόσμιων δικτύων εμπορίου, ενέργειας και χρηματοδότησης. Το Ιράν δεν επιδιώκει απαραίτητα να επιβάλει έναν πλήρη αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ· αρκεί να διατηρεί ένα επίπεδο αβεβαιότητας ικανό να αυξάνει το κόστος μεταφοράς υδρογονανθράκων, να μεταβάλλει τις εμπορικές διαδρομές και να επηρεάζει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογες οικονομικές επιπτώσεις σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη συμβατική στρατιωτική ισχύ.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να συνδέσει την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας με την αξιοποίηση των δεσμευμένων ιρανικών κρατικών κεφαλαίων. Η πρόταση σύμφωνα με την οποία οι αποζημιώσεις για ζημιές που προκαλούνται από ιρανικές ή φιλοϊρανικές επιθέσεις θα χρηματοδοτούνται από τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία της Τεχεράνης αποκαλύπτει ότι η οικονομική ισχύς χρησιμοποιείται πλέον ως άμεσο εργαλείο στρατηγικού εξαναγκασμού. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μεταφέρει το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης στον αντίπαλο, αξιοποιώντας την κυρίαρχη θέση της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η έντονη αντίδραση του υπουργού εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος χαρακτήρισε την πρωτοβουλία αυτή «εκρηκτικό προηγούμενο», αντανακλά την αντίληψη της Τεχεράνης ότι η σύγκρουση αφορά πλέον όχι μόνο τον έλεγχο του στρατιωτικού πεδίου αλλά και τη νομιμοποίηση των κανόνων που διέπουν τη διεθνή οικονομική τάξη.
Παράλληλα, η στρατιωτική κλιμάκωση συνοδεύεται από σημαντικές μεταβολές στην πολιτική οικονομία της άμυνας. Η παρατεταμένη σύγκρουση ενισχύει τη ζήτηση για πυραυλικά συστήματα, αντιαεροπορική άμυνα, μη επανδρωμένα μέσα, δορυφορικές υποδομές και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οδηγώντας σε διεύρυνση των αμυντικών δαπανών και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Η πολεμική κινητοποίηση δεν περιορίζεται πλέον στην επιχειρησιακή διάσταση αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιάρθρωσης της βιομηχανικής και τεχνολογικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενισχύοντας τη διασύνδεση μεταξύ κρατικής στρατηγικής, τεχνολογικής καινοτομίας και στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος.
Ταυτόχρονα, οι συγκαιρινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, καταδεικνύουν ότι η διάχυση των τεχνολογιών ακριβείας έχει περιορίσει το παραδοσιακό συγκριτικό πλεονέκτημα των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων. Η χρήση φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυραύλων ακριβείας και δικτυωμένων αισθητήρων επιτρέπει σε περιφερειακούς δρώντες να επιβάλλουν σημαντικό οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος σε υπέρτερες στρατιωτικές δυνάμεις. Κατά συνέπεια, η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής αποτροπής δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την υπεροχή σε στρατιωτικά μέσα αλλά και από την ικανότητα διατήρησης ανθεκτικών εφοδιαστικών αλυσίδων, επαρκούς βιομηχανικής παραγωγής και οικονομικής αντοχής απέναντι σε παρατεταμένες συγκρούσεις.
Εν κατακλείδι, η οριζόντια κλιμάκωση της σύγκρουσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και νομικοπολιτικό επίπεδο επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος του Ιράν έχει μετατραπεί σε ένα σύνθετο πεδίο ανταγωνισμού όπου η στρατιωτική ισχύς, η γεωοικονομία, η τεχνολογία και η βιομηχανική παραγωγή λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά. Η έκβαση της σύγκρουσης δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τις επιχειρήσεις στο πεδίο της μάχης, αλλά από την ικανότητα κάθε πλευράς να διαχειριστεί το οικονομικό κόστος, να διατηρήσει την πολιτική νομιμοποίηση των επιλογών της και να εξασφαλίσει την ανθεκτικότητα των στρατηγικών δικτύων από τα οποία εξαρτάται η λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετάβασης από τη μεταψυχροπολεμική εποχή της σχεδόν αδιαμφισβήτητης αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής σε ένα πολυκεντρικό περιβάλλον, όπου η ισχύς διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση στρατιωτικών, οικονομικών, τεχνολογικών και θεσμικών παραγόντων.