Κατάθλιψη, μετατραυματική διαταραχή, ψυχώσεις, οριακή διαταραχή προσωπικότητας, φοβίες, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Αυτές και πολλές άλλες – μάλλον 1,152 σελίδες διαγνώσεων βάσει του πιο πρόσφατου διαγνωστικού εγχειριδίου (DSM-5-TR) – έχουν εισέλθει σιωπηλά αλλά αποφασιστικά, στον καθημερινό μας λόγο. Λέξεις, μάλλον επιστημονικοί όροι μέχρι πρόσφατα, που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον σε συζητήσεις μεταξύ ειδικών ψυχικής υγείας, τώρα ακούγονται σε καφετέριες, πάγκους εργασίας, σχολεία, πάρκα, ακόμη και στην παραλία. Πώς, πότε, αλλά κυρίως για ποιον λόγο μετέβησαν οι κοινωνίες μας σε μια τόσο ραγδαία «ψυχολογικοποίηση» του λόγου και υπερδιάγνωση συχνά φυσιολογικών καταστάσεων ως ψυχοπαθολογία;
Αρχικά, να διευκρινίσουμε τι ορίζεται ως ψυχική διαταραχή βάσει των επίσημων διαγνωστικών εγχειριδίων (DSM-5-TR & ICD-11). Ως ψυχικές διαταραχές ορίζονται κλινικά σημαντικές διαταραχές της νόησης, του συναισθήματος και της συμπεριφοράς, συχνά με συνύπαρξη σημαντικής δυσφορίας και μείωσης της λειτουργικότητας του ατόμου. Μάλιστα, η διαδικασία της διάγνωσης αντιμετωπίζεται ως κλινική διαδικασία, που απαιτεί συνυπολογισμό διαγνωστικών κριτηρίων, χρονικής διάρκειας, αποκλεισμό εναλλακτικών εξηγήσεων και κλινική κρίση (APA, 2022, WHO, 2024). Σε καμία περίπτωση τα διαγνωστικά κριτήρια αυτά δεν προορίζονται για αυτοδιάγνωση.
Μάλλον θα ήταν πιο ακριβές να μιλάμε για ένα φάσμα από το φυσιολογικό έως και το παθολογικό, το οποίο χαρακτηρίζει μεγάλο αριθμό ψυχικών καταστάσεων. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ας δούμε το πένθος. Το πένθος αποτελεί μια φυσιολογική απόκριση σε μια απώλεια, πραγματική ή συμβολική, η οποία μάλιστα βοηθά το άτομο να επεξεργαστεί αυτό που συνέβη και να μπορέσει να προχωρήσει από την απώλεια που βίωσε. Παράλληλα, τα διαγνωστικά εγχειρίδια προσδιορίζουν και την Επίμονη Διαταραχή Πένθους, η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσφορία, έκπτωση λειτουργικότητας και υπέρβαση των σχετικών κοινωνικο-πολιτισμικά και θρησκευτικά αναμενόμενων αποκρίσεων (APA, 2022). Προφανώς, η διαταραχή αυτή δεν αφορά το κάθε πένθος που θα βιώσουμε στη ζωή μας, αλλά ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών, όπου η σοβαρότητα και η διάρκεια των συμπτωμάτων υπερβαίνουν το αναμενόμενο. Και αυτό ακριβώς χρειάζεται να κρατάμε κατά νου όταν σκεφτόμαστε τη διάκριση ανάμεσα σε μια διαταραχή ψυχικής υγείας και ένα φυσιολογικό ψυχολογικό φαινόμενο: το ότι δυσφορούμε, αγχωνόμαστε, πονάμε ή ανησυχούμε για κάτι μπορούν να είναι απολύτως φυσιολογικές αντιδράσεις, οι οποίες στα άκρα του φάσματός τους δύνανται να γίνουν ψυχικές διαταραχές.
Συνεχίζοντας λοιπόν, κατά τον 21ο αιώνα συγκεκριμένα, και ιδιαίτερα με το διαδίκτυο και την ταχύτατη ανάπτυξη των τεχνολογικών μέσων, αυξήθηκε κατακόρυφα η εγγραματοσύνη σε θέματα ψυχικής υγείας (mental health literacy). Τα αποτελέσματα της αύξησης αυτής ήταν διττά: αφενός στήριξαν το εγχείρημα του αποστιγματισμού από τα σχετικά στερεότυπα που συνόδευαν τις ψυχικές νόσους, και την πιο συστηματική αναγνώριση πραγματικών προβλημάτων και αναζήτηση βοήθειας· αφετέρου, διεύρυνε την έννοια του τι μπορεί να θεωρηθεί ψυχική νόσος (Haslam & Tse, 2025). Αντίστοιχα, η αυξημένη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) έχει συνδεθεί με διττά αποτελέσματα στο συγκεκριμένο φαινόμενο: μια ερμηνεία είναι πως δύνανται να κινητοποιήσουν χρήστες που εμφανίζουν πράγματι ψυχική δυσφορία σε αναζήτηση κατάλληλης επαγγελματικής βοήθειας. Από την άλλη, όμως, μπορούν να οδηγήσουν και σε λανθασμένη αυτοδιάγνωση, ακατάλληλες παρεμβάσεις, και υποτίμηση του ρόλου των ειδικών ψυχικής υγείας αναφορικά με τη διαγνωστική διαδικασία (Monteith et al., 2024).
Προς την ίδια κατεύθυνση φαίνεται να επιδρά και η συστηματικά αυξανόμενη χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) από μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Λόγω της εγγενούς φύσης των εν λόγω εργαλείων να «ακολουθούν» σε σημαντικό βαθμό την κατεύθυνση που παίρνει ο λόγος του συνομιλητή τους κάθε φορά, έχουν προβληματίσει αναφορικά με την τάση τους να επικυρώνουν κάποιες φορές τις ανησυχίες των χρηστών για πιθανά συμπτώματα ψυχικής υγείας που πιστεύουν ότι βιώνουν, με αποτέλεσμα να τους οδηγούν έμμεσα στην αυτοδιάγνωση. Ευτυχώς, όμως, οι εταιρείες που αναπτύσσουν και εκπαιδεύουν τα σχετικά εργαλεία έχουν λάβει υπόψιν τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την τάση αυτή, και προσπαθούν ενεργά να αναπτύξουν δικλείδες και κριτήρια ασφάλειας για περιπτώσεις όπου αναπτύσσονται συζητήσεις γύρω από ψυχικά συμπτώματα και διαγνώσεις.
Άρα αφήνουμε στην άκρη τις διαγνώσεις και ζητάμε βοήθεια μόνο όταν φτάσουμε σε κάποιο τέλμα ή κρίση;
Σε καμία περίπτωση. Παρά τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα φαινόμενα υπερ-διάγνωσης ψυχικών διαταραχών, η υπερβολική επιφυλακτικότητα απέναντι στις διαγνώσεις μπορεί να οδηγήσει στο άλλο άκρο: να μένουν άνθρωποι με πραγματική ψυχοπαθολογία χωρίς βοήθεια, λόγω ακριβώς της μη αναγνώρισης ως σημαντικών των συμπτωμάτων και της δυσφορίας που βιώνουν. Από τη μια δεν είναι θεμιτό να αντιμετωπίζουμε την κάθε εκδήλωση άγχους ως αγχώδη διαταραχή, από την άλλη όμως είναι εξίσου επικίνδυνο το να αδιαφορούμε για επίμονες καταστάσεις άγχους που καταλήγουν να προκαλούν δυσλειτουργία σε έναν άνθρωπο.
Και ποιος θα κάνει αυτή τη διάκριση; Προφανώς ο καθένας μας μπορεί να υποψιαστεί ή να αναγνωρίσει κάποια από τα σημάδια της επιδείνωσης μιας ψυχικής κατάστασης, όπως αναφέραμε παραδείγματος χάριν για ένα πένθος που εξελίσσεται σε κάτι πιο επίμονο και σοβαρό. Μπορεί να είναι το ίδιο το άτομο, κάποιος φίλος, συγγενής ή συνάδελφος. Όμως για μια ασφαλή, ορθή και εμπειρικά τεκμηριωμένη διάγνωση, είναι αναγκαίο το άτομο που βιώνει τα συμπτώματα αυτά να επισκεφθεί έναν ειδικό ψυχικής υγείας – ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Ειδικοί υπό την έννοια της επιστημονικής τους ιδιότητας, αλλά κυρίως της κλινικής τους κατανόησης και περιέργειας. Καθότι εκείνοι μπορούν να διερευνήσουν με μια, όσο τους επιτρέπει η ιδιότητά τους έστω, πιο αντικειμενική ματιά τη διάρκεια και την ένταση των δυσκολιών που βιώνει το άτομο, τη λειτουργικότητά τους σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς του, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εκδηλώνονται, τη συμβολική και πραγματική σημασία που μπορεί να έχουν ως συμπτώματα για εκείνο, αλλά και να παρέχουν τις κατάλληλες και επιστημονικά έγκυρες παρεμβάσεις όταν πραγματικά χρειάζεται.
Άλλωστε, σε πρώτο πλάνο χρειάζεται πάντοτε να βάζουμε τον άνθρωπο. Στην ψυχική υγεία δεν ισχύει το νομικό δόγμα «ένοχος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου», αλλά το ακριβώς αντίθετο, αν μου επιτρέπεται, έστω και καταχρηστικά: ψυχικά υγιής «μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου». Το μοναδικό αντίδοτο στην υπερ-διάγνωση είναι η εμπιστοσύνη στους εμπειρικά τεκμηριωμένους κανόνες, την έρευνα και τους επιστήμονες-επαγγελματίες που τα εκπροσωπούν. Το αντίθετο της παθολογικοποίησης δεν είναι η αδιαφορία για τον πόνο και τη δυσφορία. Είναι η ικανότητα να μπορούμε να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη χωρίς να τους δίνουμε απαραίτητα μια διάγνωση.
Βιβλιογραφικές παραπομπές
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association Publishing. https://doi.org/10.1176/appi.books.9780890425787
Haslam, N., & Tse, J. S. Y. (2025). Public awareness of mental illness: Mental health literacy or concept creep? Australasian Psychiatry, 33(1), 18–20. https://doi.org/10.1177/10398562241292202
Monteith, S., Glenn, T., Geddes, J. R., Whybrow, P. C., Achtyes, E. D., & Bauer, M. (2024). Implications of online self-diagnosis in psychiatry. Pharmacopsychiatry, 57(2), 45–52. https://doi.org/10.1055/a-2268-5441
World Health Organization. (2024). Clinical descriptions and diagnostic requirements for ICD-11 mental, behavioural and neurodevelopmental disorders. World Health Organization. https://iris.who.int/handle/10665/375767
Κωνσταντίνος Δουλγέρης,
Κλινικός Ψυχολόγος, υπ. Διδάκτωρ
Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών