Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συζητούσαν για την ψυχική υγεία και τους κινδύνους στην εργασία. Η ευρωβουλευτής της ΝΔ επέλεξε να θέσει στο επίκεντρο τους εργοδότες που όπως είπε «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους».
Δεν ήταν μια συζήτηση για την επιχειρηματικότητα. Δεν ήταν μια συζήτηση για τα προβλήματα διοίκησης μιας επιχείρησης.
Ήταν συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ψυχική υγεία των εργαζομένων και τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στον χώρο εργασίας.
Και εκεί η ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Ελεονώρα Μελέτη επέλεξε να βάλει στο τραπέζι ένα διαφορετικό ζήτημα.
Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους; ανέφερε υποστηρίζοντας παράλληλα ότι ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πιέσεις και δυσκολίες στη διαχείριση των ομάδων τους.
Πρόσθεσε ακόμη ότι «και οι εργοδότες είναι θύματα των ψυχοκοινωνικών παραγόντων όχι μόνο οι εργαζόμενοι».
Η φράση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη.
Η ίδια η Μελέτη αναφέρθηκε στην πραγματικότητα της εργασίας επισημαίνοντας ότι σε μια εργασιακή ζωή 40 ετών οι εργαζόμενοι περνούν περίπου 77.000 ώρες στη δουλειά και ότι πολλοί αντιμετωπίζουν παρενόχληση, εκφοβισμό, λεκτική βία και απαξίωση.
Ακριβώς γι’ αυτό η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Δεν αμφισβητείται ότι μπορεί να υπάρχουν εργοδότες που αντιμετωπίζουν προβλήματα συμπεριφοράς ή ακόμη και εκβιαστικές πρακτικές απο εργαζομένους. Το ζήτημα είναι η πολιτική προτεραιότητα που δίνεται σε αυτό το επιχείρημα μέσα σε μια συζήτηση για την προστασία της εργασίας και της ψυχικής υγείας.
Η εργασιακή σχέση δεν είναι σχέση ισότιμων μερών ως προς την οικονομική και διοικητική ισχύ. Στον εργαζόμενο εξαρτάται το εισόδημά του απο τη θέση εργασίας του ενώ ο εργοδότης διαθέτει την εξουσία οργάνωσης και διοίκησης της επιχείρησης.
Αυτή η ανισορροπία είναι και ο λόγος για τον οποίο η εργατική νομοθεσία θέτει κανόνες προστασίας.
Η παρέμβαση προκάλεσε αντιδράσεις στην Ολομέλεια.
Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Αρβανίτης άσκησε έντονη κριτική στην τοποθέτηση υποστηρίζοντας ότι ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση Βιομηχάνων δεν θα έθετε με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα της ψυχικής υγείας στην εργασία.
Αντίστοιχη κριτική διατυπώθηκε και από την ευρωβουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας Μαρία Ζαχαρία η οποία έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη δεσμευτικών κανόνων, υποχρεώσεων για τους εργοδότες και ισχυρότερων ελέγχων.
Η αντιπαράθεση συνεπώς δεν περιορίστηκε στη διατύπωση μιας φράσης. Αφορούσε διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις για το πως πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι στον χώρο εργασίας.
Το πολιτικό ερώτημα πλέον είναι σαφές η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτελεί προσωπική προσέγγιση της Ελεονώρας Μελέτη ή αντανακλά μια ευρύτερη αντίληψη της Νέας Δημοκρατίας για τις εργασιακές σχέσεις;
Η απάντηση έχει σημασία ιδιαίτερα όταν η συζήτηση γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορά ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα.
Γιατί οι εργαζόμενοι δεν είναι απλώς μια ακόμη πλευρά μιας επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης. Είναι ο πυρήνας της συζήτησης όταν το θέμα είναι η προστασία της ψυχικής υγείας και της αξιοπρέπειας στην εργασία.
Και γι’ αυτό η επίμαχη παρέμβαση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μια τοποθέτηση. Ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για το πως αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση την ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα των εργαζομένων και τις ανάγκες των εργοδοτών.
Το ερώτημα δεν είναι εάν υπάρχουν και προβληματικοί εργαζόμενοι.
Το ερώτημα είναι ποια εργασιακή πραγματικότητα επιλέγει να αναδείξει ένας εκπρόσωπος της κυβέρνησης όταν βρίσκεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και συζητά την προστασία της ψυχικής υγείας στην εργασία.
Και αυτό δεν είναι επικοινωνιακή λεπτομέρεια.
Είναι πολιτική θέση.