Εδώ και βδομάδες παρακολουθώ συζητήσεις, μελετώ δημοσκοπήσεις, ακούω δηλώσεις, βλέπω αντιπαραθέσεις και όλα αυτά καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα. Πώς οι εκλογές του 2027, η όποτε αυτές γίνουν, θα έχουν σαν πρώτο διακύβευμα ποιο κόμμα θα είναι δεύτερο;
Το πρώτο το ξέρουμε, το δεύτερο το ψάχνουμε, αν και όπως φαίνεται έχει ονοματεπώνυμο.
Ουσιαστικά θα πάμε στις κάλπες να επιλέξουμε όχι εκείνο που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες, αλλά ποιο θα φορέσει το κοστούμι της αξιωματικής αντιπολίτευσης και θα περιμένει τη φθορά του πρώτου.
Ένα χρόνο τώρα με την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα, οι δημοσκοπήσεις – με όση αξία και εγκυρότητα μπορούν να έχουν – δείχνουν ότι το πρώτο κόμμα παγιώνεται ως κυρίαρχη δύναμη, το δεύτερο και το τρίτο παλεύουν να γίνουν μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας χωρίς να τα καταφέρνουν και τα υπόλοιπα αγωνίζονταν να επιβιώσουν στο περιθώριο της συζήτησης.
Αν λοιπόν το διακύβευμα στις εκλογές που έρχονται είναι ποιος θα είναι δεύτερος, τότε έχουμε ήδη αποδεχτεί ότι ο πρώτος δεν αμφισβητείται.
Κι όταν η εξουσία δεν αμφισβητείται, δεν διορθώνεται.
Απλώς εδραιώνεται και αποκτά περισσότερη αλαζονεία και λιγότερους λόγους να λογοδοτεί.
Το ουσιαστικό λοιπόν ερώτημα δεν είναι ποιο από τα δύο κόμματα θα καταλάβει την δεύτερη θέση, αλλά αν υπάρχει χώρος για μια πολιτική πρόταση που δεν μετριέται με όρους εκλογικής κατάταξης, αλλά με μια πειστική κυβερνητική πρόταση.
Διαφορετικά, θα πάμε στις κάλπες όχι για να αποφασίσουμε για το μέλλον, αλλά για να επικυρώσουμε τη στασιμότητα.
Η δεύτερη θέση μπορεί να προσφέρει τον τίτλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όχι όμως και την προοπτική της εξουσίας.
Και όταν οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης αναλώνονται στην αμοιβαία αμφισβήτηση, τόσο περισσότερο προσφέρουν στην κυβέρνηση το πολυτιμότερο πλεονέκτημα.
Τον χρόνο.
Χρόνο για να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, να παγιώσει την εικόνα της κυβερνητικής κυριαρχίας της και χρόνο για να εμφανίζει κάθε εναλλακτική πρόταση ως αδύναμη, κατακερματισμένη και ανέτοιμη.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Να διεκδικούν δύο κόμματα την πρωτιά στην αντιπολίτευση όχι μέσα από μία αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση, αλλά μέσα από έναν διαρκή αγώνα μεταγραφολογίας, αλιεύοντας στελέχη και βουλευτές που περιφέρονται από το ένα κόμμα στο άλλο χωρίς ιδεολογικούς φραγμούς, με την ίδια ευκολία όπως οι πίθηκοι πηδούν από δένδρο σε δένδρο.
Και όταν ο αγώνας διεξάγεται για το ποιο κόμμα θα καταλάβει την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτό ισοδυναμεί με έμμεση παραδοχή από τους διεκδικητές της, ότι ο στόχος ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη μετατίθεται για το μακρινό 2031.
Και στο τέλος – τέλος αυτό που ενδιαφέρει ουσιαστικά τον πολίτη δεν είναι ποιος θα έρθει δεύτερος, αλλά αν μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο από αυτό που του προσφέρει η σημερινή κυβέρνηση.
Αν μπορεί να προσδοκά μια διαφορετική καθημερινότητα, μια οικονομία που δεν θα εξαντλεί το εισόδημά του πριν τελειώσει ο μήνας, ένα κράτος που θα λειτουργεί με κανόνες, θεσμοί που θα εμπνέουν εμπιστοσύνη και μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει τα προβλήματα πριν εμφανιστούν αντί να περιορίζεται στη διαχείρισή τους.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα κερδίσει σε αυτόν τον ιδιότυπο αγώνα, αλλά ποιος μπορεί να πείσει ότι διαθέτει μία εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Γιατί χωρίς αυτήν, η δεύτερη θέση κινδυνεύει να γίνει απλώς το έπαθλο ενός αγώνα που διεξάγεται πρωτίστως για την πολιτική επιβίωση δύο αρχηγών και όχι για την προοπτική μιας καλύτερης ζωής για τον πολίτη.