Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Ο πόλεμος στο Ιράν υπερβαίνει κατά πολύ τα χαρακτηριστικά μιας ακόμη περιφερειακής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η σημασία του δεν έγκειται αποκλειστικά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήχθησαν ούτε στις άμεσες γεωπολιτικές του συνέπειες, αλλά στο γεγονός ότι λειτούργησε ως καταλύτης ευρύτερων μετασχηματισμών στο διεθνές σύστημα. Η σύγκρουση αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος, επιτάχυνε την ανασυγκρότηση του ιρανικού κράτους, ενίσχυσε τη διαμόρφωση μιας νέας ιρανικής υψηλής στρατηγικής και ανέδειξε τη σταδιακή μετάβαση από την αμερικανική μονοπολικότητα προς μια περισσότερο πολυπολική περιφερειακή τάξη. Υπό αυτή την έννοια, το πραγματικό διακύβευμα του πολέμου δεν αφορά μόνο το μέλλον του Ιράν αλλά και τη φύση της ισχύος στον 21ο αιώνα.

Advertisement
Advertisement

Η αμερικανική στρατηγική βασίστηκε εξαρχής στην πεποίθηση ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή μπορούσε να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ θεώρησαν ότι η καταστροφή κρίσιμων υποδομών, η αποδυνάμωση της στρατιωτικής μηχανής του Ιράν και η εξόντωση τμημάτων της ηγεσίας του θα οδηγούσαν είτε σε εσωτερική αποσταθεροποίηση, είτε σε πολιτική συνθηκολόγηση. Η λογική αυτή, η οποία διατρέχει μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής στρατηγικής σκέψης, προϋποθέτει ότι η τεχνολογική υπεροχή και η στρατιωτική ισχύς μπορούν να υποκαταστήσουν την πολιτική διαδικασία. Ωστόσο, η εξέλιξη του πολέμου επιβεβαίωσε μια παλαιότερη αλλά διαχρονική διαπίστωση του Clausewitz: οι πόλεμοι κρίνονται τελικά από την πολιτική βούληση και όχι αποκλειστικά από την καταστροφή στρατιωτικών στόχων.

Παρά το εύρος των πληγμάτων που δέχθηκε, το Ιράν δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, η πολεμική πίεση λειτούργησε ως μηχανισμός πολιτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι πόλεμοι συχνά ενισχύουν τις κρατικές δομές αντί να τις διαλύουν. Από τη συγκρότηση των ευρωπαϊκών κρατών έως τις μεγάλες αναμετρήσεις του εικοστού αιώνα, η ανάγκη επιβίωσης απέναντι σε εξωτερικές απειλές λειτούργησε ως δύναμη συγκέντρωσης εξουσίας, οργανωτικής προσαρμογής και θεσμικής καινοτομίας. Στην περίπτωση του Ιράν, η στρατηγική αποκεφαλισμού που υιοθέτησαν οι αντίπαλοί του δεν παρήγαγε κατάρρευση αλλά επιτάχυνε τη μετάβαση προς ένα περισσότερο συγκεντρωμένο, ανθεκτικό και αποτελεσματικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Η νέα γενιά πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ, προερχόμενη κυρίως από τους Φρουρούς της Επανάστασης, δεν αντιμετώπισε τη σύγκρουση ως ιδεολογική σταυροφορία αλλά ως πρόβλημα κρατικής επιβίωσης.

Αυτή ακριβώς η διαδικασία ανασυγκρότησης συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας νέας υψηλής στρατηγικής. Επί δεκαετίες, η Τεχεράνη λειτουργούσε υπό το βάρος της αποτροπής και της επιβίωσης απέναντι στην αμερικανική πίεση. Ο πόλεμος, όμως, φαίνεται να επιτάχυνε τη μετάβαση από μια αμυντική στρατηγική σε μια περισσότερο αναθεωρητική αντίληψη του περιφερειακού ρόλου του Ιράν. Η νέα ηγεσία δεν επιδιώκει απλώς να διατηρήσει το καθεστώς ή να αποτρέψει μια εξωτερική επίθεση. Φιλοδοξεί να κατοχυρώσει το Ιράν ως αυτόνομο πόλο ισχύος σε μια μεταβαλλόμενη περιφερειακή τάξη, όπου η αμερικανική πρωτοκαθεδρία δεν θεωρείται πλέον αδιαμφισβήτητη. Η στρατηγική αυτή βασίζεται λιγότερο στην επαναστατική ιδεολογία και περισσότερο στον εθνικισμό, στη γεωπολιτική αυτονομία και στην αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας.

Η σημασία των Στενών του Ορμούζ αποτυπώνει εύγλωττα αυτή τη μεταβολή. Για δεκαετίες, η δυνατότητα παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας αντιμετωπιζόταν κυρίως ως εργαλείο αποτροπής. Σήμερα, όμως, αποκτά ευρύτερη γεωοικονομική διάσταση. Το Ιράν επιδιώκει να μετατρέψει τον έλεγχο ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη σε μοχλό στρατηγικής επιρροής. Η ισχύς δεν απορρέει πλέον αποκλειστικά από την ικανότητα καταστροφής αλλά και από τη δυνατότητα παρέμβασης στις παγκόσμιες ροές ενέργειας, εμπορίου και χρηματοδότησης. Η γεωοικονομία αναδεικνύεται έτσι σε πεδίο ανταγωνισμού ισότιμης σημασίας με το στρατιωτικό πεδίο.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με μια βαθύτερη κρίση της αμερικανικής στρατηγικής. Η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διεξάγουν πολέμους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την επικράτειά τους βασίζεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο βάσεων, λιμένων και κρατών που παρέχουν στρατιωτική πρόσβαση. Η αμερικανική ηγεμονία δεν στηρίζεται μόνο στην ισχύ των ενόπλων δυνάμεών της αλλά και σε μια παγκόσμια αρχιτεκτονική πρόσβασης που καθιστά εφικτή την προβολή ισχύος σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο πόλεμος στο Ιράν αποκάλυψε όμως ότι το σύστημα αυτό δεν είναι άτρωτο. Τα κράτη που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις μετατρέπονται ταυτόχρονα σε στόχους αντιποίνων. Η αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των πυραύλων και των μη επανδρωμένων συστημάτων καθιστά το κόστος αυτής της επιλογής ολοένα υψηλότερο. Εάν οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών αρχίσουν να αμφισβητούν την αξία αυτής της σχέσης, τότε η ίδια η δυνατότητα αμερικανικής προβολής ισχύος θα τεθεί υπό πίεση.

Παράλληλα, η Τεχεράνη φαίνεται να έχει καταλήξει σ’ ένα διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με τη φύση της σύγκρουσης. Η εμπειρία των διαδοχικών διαπραγματεύσεων και η κατάρρευση των προηγούμενων συμφωνιών, έχουν ενισχύσει την αντίληψη ότι η μόνιμη αντιπαράθεση μπορεί να είναι στρατηγικά επωφελέστερη από μια συνολική διευθέτηση. Η σύγκρουση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως προσωρινή παρέκκλιση από μια επιθυμητή κατάσταση ειρήνης αλλά ως μόνιμο πλαίσιο ανταγωνισμού μέσα στο οποίο το Ιράν μπορεί να αυξάνει την επιρροή του, να ενισχύει την αποτρεπτική του αξιοπιστία και να αναβαθμίζει τη διεθνή του θέση. Η λογική ενός «αέναου πολέμου» δεν εκφράζει μόνο δυσπιστία απέναντι στις αμερικανικές δεσμεύσεις· αντανακλά την πεποίθηση ότι η διαρκής αντιπαράθεση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο στρατηγικής αναβάθμισης.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί ίσως το πρώτο μεγάλο παράδειγμα μιας νέας εποχής για τη διεθνή πολιτική. Δεν ανέδειξε απλώς τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. Λειτούργησε ταυτόχρονα ως μηχανισμός κρατικής ανασυγκρότησης, επιτάχυνε τη διαμόρφωση μιας νέας ιρανικής υψηλής στρατηγικής, ανέδειξε τη γεωοικονομία ως βασικό πεδίο ανταγωνισμού και έδειξε ότι η μόνιμη αντιπαράθεση μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή ισχύος. Πάνω απ’ όλα, όμως, αποκάλυψε ότι η διεθνής τάξη μετασχηματίζεται σταδιακά από ένα σύστημα αδιαμφισβήτητης αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας σε ένα σύνθετο και πολυπολικό περιβάλλον, όπου η στρατηγική ανθεκτικότητα, η γεωγραφία και η πολιτική βούληση αποκτούν βαρύτητα αντίστοιχη με εκείνη της παραδοσιακής στρατιωτικής ισχύος.