Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξαντλείται πλέον στη λογική σταθερών συμμαχιών και σαφώς οριοθετημένων ανταγωνιστικών στρατοπέδων. Η πυκνότερη διασύνδεση κρατικών συμφερόντων, οικονομικών ροών και θεσμικών συνεργασιών έχει δημιουργήσει ένα περισσότερο σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο η σύγκλιση σε έναν τομέα μπορεί να συνυπάρχει με τον ανταγωνισμό σε έναν άλλο. Η αιγυπτιακή στρατηγική κατά το 2026 είναι ενδεικτική αυτής της μεταβολής⸱ το Κάιρο εμβαθύνει την τριμερή συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ συγχρόνως αναβαθμίζει τη στρατηγική εταιρική του σχέση με την Τουρκία. Η παράλληλη ανάπτυξη των δύο σχέσεων δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην αντίφαση. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια συνεκτική επιδίωξη διεύρυνσης των διαθέσιμων επιλογών, διαφοροποίησης των εξαρτήσεων και διατήρησης του μεγαλύτερου δυνατού περιθωρίου στρατηγικών ελιγμών.

Advertisement
Advertisement

Η τριμερής συνεργασία Αιγύπτου–Ελλάδας–Κύπρου συνιστά το ένα σκέλος αυτής της στρατηγικής. Η συνάντηση του Ελ Αλαμέιν, στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, επιβεβαίωσε τη θεσμική ανθεκτικότητα ενός μηχανισμού που λειτουργεί επί δώδεκα χρόνια και έχει σταδιακά υπερβεί τα όρια της διπλωματικής συνεννόησης. Ενέργεια, επενδύσεις, άμυνα, θαλάσσια ασφάλεια και διαχείριση περιφερειακών κρίσεων συγκροτούν πλέον ένα πλέγμα συνεργασιών με διακριτές αλλά αλληλοενισχυόμενες λειτουργίες. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν η ηλεκτρική διασύνδεση GREGY και η προοπτική διοχέτευσης κυπριακού φυσικού αερίου, μέσω των αιγυπτιακών εγκαταστάσεων υγροποίησης, προς την ευρωπαϊκή αγορά. Κατά τούτο, η πολιτική σύγκλιση αποκτά υλικό υπόβαθρο: οι κοινές υποδομές και οι οικονομικές διασυνδέσεις δημιουργούν συμφέροντα διάρκειας και αυξάνουν το κόστος αποδέσμευσης από τη συνεργασία.

Το δεύτερο σκέλος αφορά την επαναπροσέγγιση Αιγύπτου και Τουρκίας. Η σχέση των δύο κρατών, η οποία είχε εισέλθει σε περίοδο έντονης αντιπαράθεσης μετά το 2013, μεταβλήθηκε ουσιωδώς τα επόμενα χρόνια και απέκτησε σαφέστερη θεσμική υπόσταση με τη δεύτερη σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας στο Κάιρο, τον Φεβρουάριο του 2026. Η οικονομική διάσταση είναι κρίσιμη⸱ με το διμερές εμπόριο να προσεγγίζει τα εννέα δισεκατομμύρια δολάρια και με διακηρυγμένο στόχο τα δεκαπέντε δισεκατομμύρια έως το 2028, η συνεργασία διευρύνεται στο εμπόριο, στις επενδύσεις, στην άμυνα και στη δημόσια πολιτική. Η λειτουργία της Joint Planning Group προσδίδει επιπλέον μονιμότερα χαρακτηριστικά στον διμερή συντονισμό και καταδεικνύει ότι η προσέγγιση δεν περιορίζεται σε μια συγκυριακή διπλωματική εξομάλυνση.

Η συνύπαρξη των δύο αυτών κατευθύνσεων καθιστά προβληματική κάθε ερμηνεία που προϋποθέτει αποκλειστικές ευθυγραμμίσεις. Το Κάιρο δεν καλείται να επιλέξει μεταξύ ενός ελληνοκυπριακού και ενός τουρκικού πόλου· αξιοποιεί, αντιθέτως, διαφορετικές σχέσεις για την εξυπηρέτηση διαφορετικών συμφερόντων. Η συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο του προσφέρει ενεργειακή πρόσβαση προς την Ευρώπη, θεσμική διασύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αμυντική συνεργασία και ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο συνεννόησης για τις θαλάσσιες σχέσεις. Η Τουρκία παρέχει διαφορετικού τύπου πλεονεκτήματα –μεγαλύτερη οικονομική κλίμακα, εμπορικές ευκαιρίες, αναπτυσσόμενες στρατιωτικοβιομηχανικές δυνατότητες και επιρροή σε πεδία άμεσου αιγυπτιακού ενδιαφέροντος, ιδίως στη Λιβύη και στη Μέση Ανατολή. Οι δύο σχέσεις, επομένως, δεν είναι κατ’ ανάγκην ανταγωνιστικές ως προς όλες τις λειτουργίες τους ούτε μπορούν να αποτιμηθούν με το ίδιο στρατηγικό μέτρο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η έννοια της αντιστάθμισης αποδίδει ακριβέστερα τη στρατηγική λογική του Καΐρου. Η Αίγυπτος δύναται να συνεργάζεται με την Τουρκία χωρίς να υιοθετεί το σύνολο των περιφερειακών της προτιμήσεων και, ταυτόχρονα, να εμβαθύνει την τριμερή συνεργασία χωρίς να την προσδιορίζει ως αντιτουρκικό συνασπισμό. Η περίπτωση της Λιβύης είναι ενδεικτική. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και τα αποκλίνοντα συμφέροντα των δύο κρατών, η αμοιβαία αναγνώριση ότι η πλήρης εκτόπιση του άλλου θα συνεπαγόταν δυσανάλογο κόστος δημιουργεί κίνητρα για ελεγχόμενο ανταγωνισμό και επιλεκτική συνεργασία. Η αντιπαράθεση δεν αίρεται· εντάσσεται, όμως, σε ένα πλαίσιο διαχείρισης στο οποίο η συνεννόηση σε επιμέρους πεδία καθίσταται συμβατή με τη διατήρηση ουσιωδών διαφορών.

Η εξέλιξη αυτή παραπέμπει σε μια ευρύτερη μεταβολή της περιφερειακής πολιτικής⸱ από την αποκλειστική λογική της εξισορρόπησης προς μορφές ανταγωνιστικής ενσωμάτωσης. Τα κράτη εξακολουθούν να επιδιώκουν επιρροή, πρόσβαση και ευνοϊκότερη κατανομή ωφελημάτων, αλλά ολοένα συχνότερα το πράττουν μέσα σε επικαλυπτόμενα δίκτυα συνεργασίας. Στην αιγυπτιακή περίπτωση, η τριμερής σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο εμφανίζει κυρίως γεωθεσμικά και γεωοικονομικά χαρακτηριστικά, ενώ η σχέση με την Τουρκία είναι περισσότερο διμερής, οικονομικά εκτεταμένη και γεωπολιτικά συναλλακτική. Ακριβώς η λειτουργική διαφοροποίηση των δύο σχέσεων καθιστά δυνατή την παράλληλη ανάπτυξή τους, χωρίς να απαιτεί από το Κάιρο μια οριστική επιλογή στρατοπέδου.

Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένη τακτική προσαρμογή, αλλά εντάσσεται στην ευρύτερη αιγυπτιακή επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας. Το Κάιρο διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση και, συγχρόνως, αναπτύσσει συνεργασίες με την Κίνα, τη Ρωσία, τα κράτη του Κόλπου και την Τουρκία. Η διαφοροποίηση των εξωτερικών δεσμών μειώνει το κόστος μιας μονομερούς εξάρτησης και διευρύνει τη διαπραγματευτική ευχέρεια της αιγυπτιακής ηγεσίας. Υπό συνθήκες αυξανόμενης πολυκεντρικότητας, η στρατηγική αυτονομία δεν προϋποθέτει ίσες αποστάσεις από όλους τους δρώντες· προϋποθέτει, πρωτίστως, την αποφυγή μιας σχέσης εξάρτησης ικανής να περιορίσει αποφασιστικά τις εναλλακτικές επιλογές του κράτους.

Advertisement

Για την ελληνική στρατηγική, η παραπάνω διαπίστωση έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Η αξία της σχέσης με την Αίγυπτο δεν είναι σκόπιμο να συναρτάται αποκλειστικά με την προσδοκία κοινής εξισορρόπησης της Τουρκίας, διότι μια τέτοια προσέγγιση υποτιμά τόσο την αιγυπτιακή επιδίωξη αυτονομίας όσο και την πολυλειτουργική φύση της διμερούς και τριμερούς συνεργασίας. Το ελληνικό συμφέρον εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα εφόσον η σχέση αποκτήσει τέτοιο βάθος ώστε η διατήρησή της να αποτελεί αυτοτελή αιγυπτιακή επιλογή. Το GREGY, οι υποδομές LNG, ο Κάθετος Διάδρομος, η αμυντική συνεργασία και η θεσμική διασύνδεση Καΐρου–Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση, επειδή ενσωματώνουν τη συνεργασία σε δίκτυα με οικονομική, θεσμική και στρατηγική αξία. Η ισχύς, υπό αυτή την έννοια, δεν απορρέει μόνο από την κατοχή υλικών συντελεστών, αλλά και από τη θέση που καταλαμβάνει ένα κράτος σε σχέσεις τις οποίες οι εταίροι του δυσκολεύονται να υποκαταστήσουν.

Ανάλογη είναι, από διαφορετική αφετηρία, και η τουρκική επιδίωξη. Μέσω του εμπορίου, των επενδύσεων, της αμυντικής βιομηχανίας και της περιφερειακής της παρουσίας, η Άγκυρα επιχειρεί να αυξήσει τη χρησιμότητά της στους αιγυπτιακούς υπολογισμούς. Κατά συνέπεια, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός ως προς την Αίγυπτο μετατοπίζεται σταδιακά από την επιδίωξη αποκλειστικής πολιτικής ευθυγράμμισης προς έναν ανταγωνισμό σχετικής αναντικατάστασης. Το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι μόνο ποιος διατηρεί στενότερες πολιτικές σχέσεις με το Κάιρο σε μια δεδομένη συγκυρία, αλλά ποιος έχει κατορθώσει να ενσωματώσει περισσότερα αιγυπτιακά συμφέροντα σε σχέσεις των οποίων η υποκατάσταση συνεπάγεται μεγαλύτερο οικονομικό, θεσμικό ή στρατηγικό κόστος.

Η αιγυπτιακή περίπτωση συμπυκνώνει, κατά τούτο, τρεις αλληλένδετες τάσεις της σύγχρονης Ανατολικής Μεσογείου: την πολυευθυγράμμιση, τη λειτουργική αλληλεξάρτηση και την ανταγωνιστική περιφερειακή ενσωμάτωση.

Advertisement

Το ερώτημα δεν είναι, επομένως, εάν το Κάιρο θα επιλέξει τελικά την Αθήνα ή την Άγκυρα. Αναλυτικά σημαντικότερο είναι ποια από τις δύο σχέσεις θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, περισσότερες λειτουργίες και υψηλότερο κόστος υποκατάστασης. Η περιφερειακή πολιτική μετακινείται έτσι από την αναζήτηση αποκλειστικών συνασπισμών προς τον ανταγωνισμό για λειτουργική αναγκαιότητα. Σε ένα ολοένα περισσότερο δικτυωμένο περιβάλλον, το στρατηγικό πλεονέκτημα δεν ανήκει κατ’ ανάγκην στον δρώντα που εξασφαλίζει την πρόσκαιρη πολιτική ευθυγράμμιση ενός εταίρου, αλλά σε εκείνον που κατορθώνει να καταστήσει τη συμμετοχή του δύσκολα παρακάμψιμη στους μακροχρόνιους υπολογισμούς του.