Υπογράφηκε την προηγούμενη εβδομάδα, εν μέσω διπλωματικών παλινωδιών, περιορισμένων στρατιωτικών δράσεων αμφοτέρωθεν και αμφίσημων δηλώσεων το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν με άμεσο στόχο την κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή και απώτερο μία τελική συμφωνία ειρήνευσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Μνημονίου προβλέπεται: «ο άμεσος και οριστικός τερματισμός του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου,(…) Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθώς και οι σύμμαχοί τους αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην εξαπολύσουν καμία εχθρική ενέργεια ο ένας εναντίον του άλλου και να απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας ο ένας εναντίον του άλλου».
-Στο αρχικό άρθρο καταγράφεται η πλήρης και γενική κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα και στο Λίβανο, όχι μόνο από τα δύο μέρη που υπέγραψαν το μνημόνιο αλλά και από τα υπόλοιπα κράτη και μη- κρατικούς δρώντες που είχαν ή έχουν εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η αναφορά στη διασφάλιση «της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας του Λιβάνου» προφανώς δημιουργεί περιορισμούς στην παρουσία των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στη χώρα και δευτερευόντως στη δράση της Χεζμπολάχ.
Το δεύτερο άρθρο προβλέπει ότι: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα η μία της άλλης και να απέχουν από κάθε παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της άλλης».
-Μέσω της διατύπωσης για αμοιβαίο σεβασμό των μερών ουσιαστικά τερματίζεται η πολυετής προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να ανατρέψουν το ιρανικό καθεστώς και πρακτικά συνιστά την αναγνώρισή του. Οι επίσημες διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών διακόπηκαν τον Απρίλιο του 1980.
Το άρθρο 3 οριοθετεί χρονικά την «τελική συμφωνία εντός μέγιστης περιόδου 60 ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί με αμοιβαία συναίνεση».
–Η δυνατότητα παράτασης πέραν των δύο μηνών απαλλάσσει τους συμβαλλόμενους από χρονικές δεσμεύσεις προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά επ’ αόριστον και καταδεικνύει την αμοιβαία βούληση ώστε να υπάρξει οριστική συμφωνία στο μέλλον.
Τα άρθρα 4 και 5 αποτυπώνουν την αμοιβαία υποχρέωση για άρση των ναυτικών αποκλεισμών που ασκούσαν αμφότερες και κατενώπιον Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν στον Περσικό Κόλπο. Ακολούθως, μετά την πάροδο 60 ημερών άρσης κάθε ναυτικού αποκλεισμού προβλέπεται ότι: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα διεξάγει διάλογο με το Σουλτανάτο του Ομάν, προκειμένου να καθοριστεί η μελλοντική διαχείριση και οι ναυτιλιακές υπηρεσίες στα Στενά του Ορμούζ».
-Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για την ελεύθερη –ως προς την οικονομική της διάσταση– ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και δυνητικά σε άλλα σημαντικά Στενά της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Στο άρθρο 6 καθορίζεται ότι: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αναλαμβάνουν, από κοινού με τους περιφερειακούς εταίρους, να εκπονήσουν ένα οριστικό, αμοιβαία συμφωνημένο σχέδιο ύψους τουλάχιστον 300 δις $, για την ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν (…) Ο μηχανισμός εφαρμογής αυτού του σχεδίου, ως μέρος της τελικής συμφωνίας, θα διαμορφωθεί εντός 60 ημερών».
–Συνήθως τέτοιες μέριμνες λάμβαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες για χώρες που είχαν προηγουμένως κατανικήσει στρατιωτικά και συνθηκολογούσαν άνευ όρων ή ως μέσο της επιδιωκόμενης πολιτικής και οικονομικής τους μετάβασης (βλ. Ιαπωνία και Γερμανία μετά το Β΄Π.Π., Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη συνιστά μέρος μίας τελικής συμφωνίας και πόρρω απέχει από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Αποτελεί ένα είδος κινήτρου προς το Ιράν ώστε να συνάψει την τελική συμφωνία και ενδεχομένως να περιορίσει συν τω χρόνω την οικονομική επιρροή της Κίνας στο Ιράν.
Σύμφωνα με το άρθρο 7: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αναλαμβάνουν τη δέσμευση να άρουν κάθε είδους κυρώσεις κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, των ψηφισμάτων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΟΑΕ, καθώς και όλων των μονομερών κυρώσεων των ΗΠΑ, τόσο των πρωτογενών όσο και των δευτερογενών, σύμφωνα με ένα χρονοδιάγραμμα που θα συμφωνηθεί στο πλαίσιο της τελικής συμφωνίας».
-Η προαναφερόμενη αμερικανική δέσμευση ανατρέπει μια πολιτική δεκαετιών έναντι του Ιράν που βασιζόταν στις οικονομικές κυρώσεις ως μέσο αποσταθεροποίησης και αποσκοπούσε στην ανατροπή του καθεστώτος. Ομοιοτρόπως, η σύνδεση της σύναψης της τελικής συμφωνίας με άρση όλων των κυρώσεων έναντι του Ιράν εντάσσεται στην ίδια λογική κινήτρων που αναφέραμε προηγουμένως.
Στο άρθρο 8 καταγράφεται ρητώς ότι: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν επιβεβαιώνει ότι δεν θα προμηθευτεί ούτε θα αναπτύξει πυρηνικά όπλα».
-Η εν λόγω πρόβλεψη συνιστά το μόνο από τους αρχικούς στόχους της αμερικανονοϊσραηλινής στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν που επιτυγχάνεται.
Στο άρθρο 9 περιγράφεται ότι: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνούν ότι, εν αναμονή μιας τελικής συμφωνίας, θα διατηρήσουν το status quo: το Ιράν θα διατηρήσει το status quo στο πυρηνικό του πρόγραμμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιβάλουν νέες κυρώσεις στο Ιράν ούτε θα ενισχύσουν τις δυνάμεις του στην περιοχή».
–Σε αυτό το εδάφιο αποτυπώνεται μέρος της ιρανικής διπλωματικής επιτυχίας καθόσον το Ιράν διατηρεί –τρωθέν αλλά υπαρκτό– το καθεστώς της «λανθάνουσας πυρηνικοποίησής» του (Nuclear Latency), ωσότου υπογραφεί η τελική συμφωνία και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναπτύξουν επιπρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Στο άρθρο 10 διατυπώνεται πως «Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν την υποχρέωση ότι αμέσως μετά την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Συνεργασίας και μέχρι την ημερομηνία άρσης των κυρώσεων, το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών θα εκδίδει εξαιρέσεις για τις εξαγωγές ιρανικού αργού πετρελαίου, πετροχημικών προϊόντων και παραγώγων τους, καθώς και όλων των συναφών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών εργασιών, των ασφαλειών, των μεταφορών και των συναφών».
-Εν προκειμένω δρομολογείται η μερική άρση των κυρώσεων εναντίον του Ιράν πριν την τελική συμφωνία. Συνιστά και η συγκεκριμένη αμερικανική υποχρέωση οικονομικό κίνητρο συνεργασίας προς το Ιράν αλλά και επιτυχία, εφ’ όσον το εξετάσουμε συνδυαστικά με το προηγούμενο άρθρο του μνημονίου.
Ισοτρόπως στο άρθρο 11: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν την υποχρέωση ότι, υπό το πρίσμα της προόδου των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη τελικής συμφωνίας, τα δεσμευμένα ή περιορισμένα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν θα αποδεσμευτούν και θα καταστούν πλήρως διαθέσιμα».
-Η εν λόγω ρύθμιση κινείται κι αυτή στην ίδια λογική και αποτυπώνει το ίδιο διπλωματικό αποτέλεσμα με το άρθρο 10.
Ακολούθως στο άρθρο 12 επισημαίνεται ότι: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής συμφωνούν ότι θα δημιουργηθεί ένας μηχανισμός εκτέλεσης για την παρακολούθηση της επιτυχούς εφαρμογής του παρόντος Μνημονίου Κατανόησης και της μελλοντικής τήρησης της τελικής συμφωνίας».
-Στο συγκεκριμένο εδάφιο καταγράφονται οι καλές προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών και η αμοιβαία βούλησή τους για στενότερες διμερείς επαφές κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης αλλά και κατόπιν της υπογραφής της τελικής συμφωνίας τερματίζοντας μία πεντηκονταετή περίπου περίοδο εχθρικών σχέσεων.
Στο άρθρο 13 προβλέπεται ότι: «Μετά την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Κατανόησης, και υπό την προϋπόθεση της έναρξης της εφαρμογής των παραγράφων 1, 4, 5, 10 και 11 του παρόντος Μνημονίου Κατανόησης καθώς και της συνεχιζόμενης εφαρμογής των εν λόγω μέτρων, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις σχετικά με την τελική συμφωνία, οι οποίες θα αφορούν αποκλειστικά τις υπόλοιπες παραγράφους».
-Η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά τα άρθρα για την κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα και τον Λίβανο, την αμοιβαία άρση των ναυτικών αποκλεισμών στον Περσικό Κόλπο, τη μερική άρση των κυρώσεων εναντίον του Ιράν και τη δυνατότητα του Ιράν να χρησιμοποιήσει τα δεσμευμένα περιουσιακά του στοιχεία. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων άρθρων συνιστούν προαπαιτούμενα για να τεθεί εν ισχύι το Μνημόνιο και ακολούθως να λάβει χώρα η έναρξη της διαπραγμάτευσης για την τελική συμφωνία βάσει του πλαισίου που περιγράφεται στο Μνημόνιο. Εδώ αποτυπώνεται ο ετεροβαρής για τις Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτήρας του Μνημονίου καθώς από τα πέντε άρθρα τα τρία –4, 10 και 11– εξυπηρετούν αποκλειστικά και το 1 πρωτίστως τις ιρανικές στοχοθεσίες, ενώ το 5 την αμερικανική ανάγκη να αρθεί ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ που πλήττει την παγκόσμια οικονομία και τα οικονομικά συμφέροντα πολλών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το ακροτελεύτιο 14 άρθρο επισημαίνει ότι: «η τελική συμφωνία θα επικυρωθεί με δεσμευτικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ».
-Η επιλογή του Συμβουλίου Ασφαλείας σκιαγραφεί επίσης μια αμερικανική συγκατάνευση για την επικυρωτική εμπλοκή του ΟΗΕ σε μια τελική συμφωνία, ενώ μερικούς μήνες πριν ο Πρόεδρος Trump πριμοδοτούσε το «Συμβούλιο της Ειρήνης» ως εναλλακτικό πλαίσιο για την επίλυση ζητημάτων που αφορούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Ως γνωστόν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι δεσμευτικές για όλα τα κράτη, επομένως η τελική συμφωνία, εφ’ όσον προκύψει, θα δεσμεύει και τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα κράτη της περιοχής.
Ένα πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται μετά τον πόλεμο και την υπογραφή του Μνημονίου
Ένα πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται μετά τον πόλεμο και την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης συνίσταται στην μετάλλαξη του Ιράν από παρία της διεθνούς κοινότητας –έτσι τουλάχιστον το παρουσίαζε κατά καιρούς αλλά διαχρονικά η αμερικανική εξωτερική πολιτική– σε συνομιλητή και δυνάμει συνδαιτημόνα των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή.
Η συμφωνία σηματοδοτεί το τέλος μίας μακροχρόνιας και συν τω χρόνω ανορθολογικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτείων έναντι του Ιράν, το οποίο είναι πολύ σημαντικό κράτος στη Μέση Ανατολή για να αγνοείται και να θεωρείται a priori εχθρικό για τα αμερικανικά συμφέροντα. Κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο, και για όσο διάστημα οι Ηνωμένες Πολιτείες υπερτερούσαν καταφανώς και σε όλους τους τομείς στον πλανητικό καταμερισμό ισχύος η επιλογή ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος ήταν λανθασμένη αλλά διπλωματικά και οικονομικά ανεκτή. Στην παρούσα συγκυρία δεν υπάρχουν περιθώρια –λόγω αλλαγής των πλανητικών συσχετισμών (βλ. Κίνα)– για τέτοιου είδους διπλωματικές πολυτέλειες που εξυπηρετούσαν κατά βάσει τα συμφέροντα ασφάλειας του Ισραήλ και τις μοναρχίες του Κόλπου, με προεξάρχουσα τη Σαουδική Αραβία.
Είναι γεγονός ότι μέσω του Μνημονίου με το Ιράν, η αμερικανική πολιτική έναντι του Ισραήλ μεταβλήθηκε άρδην σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών· από την προτέρα «ελευθερία κινήσεων» στην επιβολή περιορισμών σχετικά με την εφαρμογή του δόγματος ασφάλειας της χώρας, προκαλώντας έντονες αντεγκλήσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χώρων.
Αν και τυπικά το Ισραήλ δεν δεσμεύεται από το Μνημόνιο, το πρώτο άρθρο συνδέει την υλοποίησή του με την αποχή του Ισραήλ από στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Λίβανο και σεβασμό της εδαφικής του κυριαρχίας. Η συμφωνία δημιουργεί σημαντικό ρήγμα στις αμερικανονοϊσραηλινές σχέσεις. Το Ισραήλ –μετά από τουλάχιστον δεκαπενταετείς προσπάθειες– κατόρθωσε να πείσει μία αμερικάνικη κυβέρνηση – στη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ για την αναγκαιότητα στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν εξαπολύοντας αεροπορικές επιθέσεις στις 13 Ιουνίου του 2025. Κατόπιν, στις 28 Φεβρουαρίου του 2026 Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ από κοινού επιτίθενται στο Ιράν αδυνατώντας όμως να επιτύχουν τη βασική στόχευση της πολεμικής επιχείρησης που ήταν η κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Σε λιγότερο από τέσσερις μήνες η αμερικανική εξωτερική πολιτική προσαρμόζεται στα δεδομένα που προκάλεσε ο πόλεμος. Σταδιακά επιδεικνύει όλο και λιγότερη ευαισθησία στα ισραηλινά διλήμματα ασφαλείας, ακολούθως παρακάμπτει τις σοβαρές ισραηλινές ενστάσεις για την υπογραφή του Μνημονίου, πολλώ δε μάλλον μίας τελικής συμφωνίας, και τελικά υιοθετεί μια πρωτοφανή για τα διμερή δεδομένα αυστηρή στάση έναντι της ισραηλινής κυβέρνησης. Η εν λόγω συμμαχική σχέση διέρχεται από το «δίλημμα της παγίδευσης» στο έτερο ενδοσυμμαχικό δίλημμα, αυτό της «εγκατάλειψης», που αυτή τη φορά το βιώνει το Ισραήλ.
Η συγκεκριμένη κατάσταση αποστασιοποίησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με τα διλήμματα ασφάλειας του Ισραήλ απορρέει από την αποτυχία επίτευξης του βασικού πολιτικού στόχου του πολέμου στη Μέση Ανατολή: την καθεστωτική αλλαγή στο Ιράν και των συστημικών περιορισμών που επιβάλλει η νέα κατανομή στο διεθνές σύστημα και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με την υπό διαμόρφωση συμφωνία το Ισραήλ εισέρχεται, υπό συνθήκες στρατιωτικής και τεχνολογικής υπεροχής, σε μία περίοδο που θα πρέπει να διαχειριστεί σαφέστατους περιορισμούς στη χρήση των στρατιωτικών του μέσων και στην φιλοδοξία του να καταστεί ο βασικός ρυθμιστής της περιφερειακής κατανομής ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Η υποχρέωση του Ιράν να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, είναι σημαντική για την επιβίωση του Ισραήλ, δεν καλύπτει όμως το μεγαλύτερο εύρος των ισραηλινών συμφερόντων. Η τελική συμφωνία ενδέχεται να δημιουργήσει τον ισχυρότερο πόλο οικονομικής και ενεργειακής ισχύος στην περιοχή. Εφ’ όσον το Ιράν ολοκληρώσει τη συμφωνία και αποδεσμευτεί από τις δυτικές κυρώσεις θα καταστεί συν τω χρόνω το ισχυρότερο οικονομικά κράτος στη Μέση Ανατολή· πέραν των 300 δις $ που προβλέπει κατ’ ελάχιστο το ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποκατάσταση και την οικονομική ανάπτυξη του Ιράν, προϋπάρχει (από το 2021) και η 25ετής Συνολική Στρατηγική Συμφωνία Κίνας – Ιράν που ανέρχεται στα 400 δις $ με χρονικό ορίζοντα υλοποίησης τα 25 έτη. Το Ισραήλ έχει κάθε λόγο να μην θέλει την ολοκλήρωση της Συμφωνίας -το κατά πόσο μπορεί να επιτύχει μία τέτοια ματαίωση συνιστά τεράστια πρόκληση τόσο για τους επίσημους κρατικούς θεσμούς, όσο και για τις πανίσχυρες εβραίικές οργανώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Πόλεμος στη Μέση Ανατολή προέκυψε από τον ανταγωνισμό μεταξύ Ισραήλ και Ιράν και την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να συμμεριστούν αρχικά το σύνολο των ισραηλινών διλημμάτων ασφαλείας. Ίσως να ήταν και η ύστατη αμερικανική προσπάθεια να εξυπηρετηθούν τοιουτοτρόπως τα συμφέροντα των συμμάχων τους στην περιοχή. Κρίθηκε όμως από τους λανθασμένους υπολογισμούς, όχι τόσο στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος (εκεί ΗΠΑ και Ισραήλ υπερείχαν καταφανώς), αλλά στο πεδίο της ανθεκτικότητας στο οποίο το Ιράν (καθεστώς, κοινωνία και Ένοπλες Δυνάμεις, το γνωστό στις εμπόλεμες περιπτώσεις ως «κλαουσεβιστιανό τρίγωνο») επέδειξε –πέραν της ανθεκτικότητας– στρατηγική ωριμότητα, διπλωματική ευστροφία και στρατιωτική αποφασιστικότητα που πιθανόν να μην είχαν υπολογίσει επαρκώς οι εμπνευστές του συγκεκριμένου πολέμου.
Πέραν του γνωστού και δημοφιλούς –ιδιαιτέρα στην Ελλάδα– επιμυθίου ότι κανείς δεν κερδίζει από έναν πόλεμο, το Μνημόνιο συνιστά μία αναγκαία προσαρμογή των Ηνωμένων Πολιτείων στις νέες συνθήκες και αποτελεί μια ιρανική διπλωματική επιτυχία. Η Συμφωνία εφ’ όσον επιτευχθεί δεν θα τερματίσει μόνο τον πόλεμο που ξεκίνησε μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023 στο νότιο Ισραήλ, αλλά θα αποτυπώσει τον τρόπο που οι ευρύτερες ανακατανομές ισχύος στο διεθνές σύστημα επιδρούν σε μία περιφέρειά του αλλάζοντας συμμαχίες και ανταγωνισμούς που έως σήμερα θεωρούνταν ως αδιαμφισβήτητες γεωπολιτικές σταθερές του.