Υπάρχουν εικόνες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να μιλήσουν. Μία κλειδαριά σε μια σχολική πόρτα είναι μία από αυτές. Πίσω της δεν κρύβεται μόνον η σιωπή ενός κτιρίου, αλλά η σιωπή μιας κοινωνίας που λιγοστεύει. Το κλειστό σχολείο δεν είναι απλώς ένα σχολείο χωρίς μαθητές. Είναι ένας αδιάψευστος δημογραφικός δείκτης, ένας καθρέφτης του μέλλοντος και μία προειδοποίηση για όσα έρχονται, αν δεν υπάρξει η αναγκαία πολιτική και κοινωνική εγρήγορση.
Κάθε χρόνο, τέτοιες ημέρες, τα κλειστά σχολεία στη χώρα μας αυξάνουν. Οι εικόνες στις τηλεοπτικές οθόνες με τις κλειδωμένες πόρτες των σχολικών κτιρίων προκαλούν μελαγχολία, θλίψη, φόβο, αγωνία, διαμαρτυρία και μία υπόκωφη οργή. Μία οργή που δεν εκφράζεται πάντοτε δυνατά, αλλά φωλιάζει στη σκέψη όλων εκείνων που αντιλαμβάνονται πως πίσω από κάθε κλειστή σχολική αίθουσα υπάρχει μία μικρή κοινωνία που χάνει το μέλλον της.
Αναδύεται ένα ηχηρό «γιατί» προς όλους. Ένα «γιατί» που δεν απευθύνεται μόνο στην πολιτεία, αλλά και στην κοινωνία, στους θεσμούς, στις οικογένειες, σε όλους μας. Γιατί ένα σχολείο δεν είναι απλώς ένα κτίριο. Είναι ζωή, παιδιά, φωνές, όνειρα, η ίδια η συνέχεια μιας κοινωνίας.
Το κλειστό σχολείο παραπέμπει στη γνωστή θέση του Ουγκώ για την αξία και τον κοινωνικό ρόλο του ανοιχτού σχολείου: «Όταν ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μία φυλακή». Αν ζούσε σήμερα ο Ουγκώ στην Ελλάδα, ίσως, βλέποντας τις κλειστές πόρτες των σχολείων, θα μας προειδοποιούσε χωρίς περιστροφές:
«Γεννάτε, γιατί θα χαθείτε».
Τα κλειστά σχολεία συνδέονται ευθέως με την υπογεννητικότητα και, γενικότερα, με το μείζον εθνικό θέμα, το δημογραφικό. Το σχολείο λειτουργεί, με έναν τρόπο οδυνηρά απλό, ως δημογραφικός μετρητής. Εκεί όπου λιγοστεύουν τα παιδιά, αργά ή γρήγορα λιγοστεύει και η κοινωνία. Εκεί όπου οι σχολικές αυλές αδειάζουν, δεν αδειάζει μόνον ένας χώρος παιδικής παρουσίας, αλλά ένα κομμάτι από το ίδιο το αύριο της χώρας.
Η φύση και οι κοινωνικές επιστήμες είναι ξεκάθαρες: ό,τι δεν ανανεώνεται αργοσβήνει πριν επέλθει ο αναπόφευκτος θάνατος. Η προϊούσα γήρανση ενός πληθυσμού και η πληθυσμιακή συρρίκνωση αποτελούν μία οδυνηρή φυσική νομοτέλεια. Δεν πρόκειται για ένα πρόσκαιρο στατιστικό φαινόμενο, αλλά για μία βαθιά κοινωνική μεταβολή που, αν συνεχιστεί, θα μεταμορφώσει τη χώρα σε τόπο ηλικιωμένων χωρίς την αναγκαία ανανέωση των παραγωγικών και δημιουργικών δυνάμεών της.
Το παράδοξο της εποχής μας είναι ότι, ενώ η τεχνολογία και η παραγωγικότητα αυξάνονται, η διάθεση και η δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας σε πολλές κοινωνίες περιορίζονται. Ο άνθρωπος δεν στερείται μόνον αγαθών, αλλά συχνά στερείται και εκείνων των κοινωνικών και οικονομικών προϋποθέσεων που θα του επέτρεπαν να δημιουργήσει οικογένεια με ασφάλεια και προοπτική.
Τα σενάρια μιας εφιαλτικής πληθυσμιακής συρρίκνωσης της χώρας μας κατά το 2050 προκαλούν οργή για την αβελτηρία του Ελληνικού Κράτους μπροστά σε ένα τόσο μεγάλο εθνικό πρόβλημα. Το 2050 δεν βρίσκεται σε κάποιο μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον. Βρίσκεται μπροστά μας και αφορά ανθρώπους που σήμερα γεννιούνται, μεγαλώνουν και σπουδάζουν και θα κληθούν αύριο να κρατήσουν όρθια την Ελλάδα.
Όλοι ελπίζουμε ότι το 2050 η Ελλάδα δεν θα είναι ένα μουσείο, αλλά μία χώρα με νέους και δημιουργικούς ανθρώπους. Μία χώρα που θα γεννά, θα μορφώνει, θα δημιουργεί και θα κρατά τα παιδιά της στον τόπο της. Γιατί μία Ελλάδα χωρίς νέους θα είναι μία Ελλάδα χωρίς ανανέωση, χωρίς δυναμισμό και χωρίς το αναγκαίο ανθρώπινο κεφάλαιο για να σχεδιάσει και να υλοποιήσει το μέλλον της.
Το δημογραφικό πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στην ελληνική ύπαιθρο, με την ερήμωση των χωριών. Τα εγκαταλειμμένα σπίτια, τα σπίτια-κουφάρια, αισθητοποιούν με τον πιο έντονο τρόπο την εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου. Οι νέοι φεύγουν και οι λίγοι ηλικιωμένοι που έμειναν φαντάζουν ως θεματοφύλακες μιας εποχής που χάθηκε. Σπίτια που κάποτε έσφυζαν από ζωή, παιδικές φωνές, γιορτές και οικογενειακές στιγμές, σήμερα στέκουν βουβά. Και δίπλα τους το σχολείο, κλειστό πλέον, ολοκληρώνει την εικόνα της ερήμωσης.
Βλέποντας από τη μία πλευρά τις κλειδαριές στα σχολεία και τα ερειπωμένα σπίτια στα ελληνικά χωριά και από την άλλη την πολιτική εξουσία να επαίρεται για τα Rafale, τις Belharra και την «ασπίδα του Αχιλλέα», γεννώνται κρίσιμα ερωτήματα: Ποια χέρια θα χειρίζονται όλα αυτά τα τεχνολογικά «θαύματα»; Ποια παιδιά θα επανδρώσουν αύριο τις Ένοπλες Δυνάμεις; Ποια νέα γενιά θα στελεχώσει την οικονομία, την επιστήμη, την εκπαίδευση, τη διοίκηση, την ίδια την κοινωνία;
Για τη συλλογή της φράουλας ή της ελιάς και πολλών άλλων αγροτικών προϊόντων το πρόβλημα λύνεται προσωρινά με την εισαγωγή εργατικών χεριών από ξένες χώρες. Τα όπλα, όμως, που προορίζονται για την εθνική μας ασφάλεια δεν μπορούν να στηρίζονται σε μισθοφόρους. Η εθνική άμυνα δεν είναι μόνον υπόθεση εξοπλισμών. Είναι πρωτίστως υπόθεση ανθρώπων, συνείδησης, κοινωνικής συνοχής και πίστης στην πατρίδα.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια του Νικία, όπως τα διασώζει ο Θουκυδίδης: «Ἄνδρες γὰρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί». Η αξία και ο ρόλος των ανθρώπων είναι καθοριστικοί για την άμυνα, την πρόοδο και την εξέλιξη ενός τόπου.
Το δημογραφικό, όμως, δεν λύνεται με την απλή περιγραφή του. Χρειάζονται συγκεκριμένα και «γενναία» μέτρα τώρα και όχι «αύριο». Η πληθυσμιακή ανάκαμψη μιας χώρας απαιτεί χρόνο και συνειδητοποίηση από όλους τους πολίτες ότι η επίλυση των εθνικών προβλημάτων έχει ως προαπαιτούμενο τη συνδρομή όλων. Όσο περνούν τα χρόνια, το κόστος της αδράνειας γίνεται μεγαλύτερο.
Η κυβέρνηση οφείλει να αναδείξει με λόγια και πράξεις το δημογραφικό ως μείζον εθνικό πρόβλημα και να ζητήσει την κατανόηση και τη συνδρομή των πολιτών. Δεν αρκούν οι διαπιστώσεις, οι εκθέσεις και οι ευχές. Χρειάζεται ένα μακρόπνοο, σταθερό και εθνικό σχέδιο που να αγγίζει την οικογένεια, την κατοικία, την εργασία, την παιδεία, την υγεία, την περιφέρεια και κυρίως την ασφάλεια που χρειάζεται ένα νέο ζευγάρι για να αποφασίσει να κάνει παιδιά.
Στο πλαίσιο αυτό τίθεται και η πρόταση για οικονομική βοήθεια στο δεύτερο ή τρίτο παιδί. Η κοινωνία θα πρέπει να συζητήσει τι θεωρεί προτεραιότητα, τι επιλέγει να στηρίζει και ποιο κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει για τη διαφύλαξη της δημογραφικής της συνέχειας. Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα των μεγάλων αμοιβών στον αθλητισμό και η θέση ότι σε μία χώρα με εθνικά προβλήματα τίποτα δεν θεωρείται αποκλειστικά «ιδιωτικό» όταν το ιδιωτικό επηρεάζει το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική συνοχή.
Το δημογραφικό, άλλωστε, δεν είναι πρόβλημα που μπορεί να ανατεθεί αποκλειστικά στο κράτος. Είναι συλλογικό ζήτημα που απαιτεί ευθύνη από όλους: Πολιτεία, επιχειρήσεις, εργοδότες, εργαζόμενους, κοινωνικούς φορείς και πολίτες.
Σε επίπεδο κυβέρνησης τίθεται ακόμη η ιδέα της κρατικής «υιοθεσίας» του πρώτου ή του τρίτου παιδιού κάθε οικογένειας, με την υποχρέωση να εξασφαλίζονται τα αναγκαία για την επιβίωση και ανάπτυξή του μέχρι τα δεκαοκτώ χρόνια. Η ιδέα έχει έναν ισχυρό συμβολισμό: ότι η Πολιτεία δεν ζητά απλώς από τους πολίτες να κάνουν παιδιά, αλλά αναλαμβάνει και η ίδια ευθύνη απέναντι σε αυτά.
Το κάθε παιδί που γεννιέται μπορεί να θεωρηθεί «δημόσιο αγαθό», με την έννοια ότι αποτελεί κεφάλαιο ζωής για ολόκληρη την κοινωνία. Το παιδί δεν είναι μόνον υπόθεση των γονέων του. Είναι και υπόθεση του αύριο της χώρας. Όταν η πολιτεία δείχνει ότι αντιμετωπίζει το παιδί ως κοινωνική προτεραιότητα, δημιουργεί και το αντίστοιχο κλίμα για την ενεργοποίηση της κοινωνικής και επιχειρηματικής ευθύνης.
Τα εθνικά προβλήματα δεν λύνονται ούτε με επιδόματα ούτε με ελεημοσύνες. Τα επιδόματα μπορεί να ανακουφίζουν πρόσκαιρα, αλλά δεν δημιουργούν από μόνα τους αίσθημα ασφάλειας ούτε εξασφαλίζουν στους νέους την πεποίθηση ότι μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια χωρίς να υποθηκεύσουν το μέλλον τους.
Διαφορετικά, κάθε χρόνο θα συζητάμε για τα κλειστά σχολεία, την ερήμωση της υπαίθρου και τον αργό θάνατο της Ελλάδας. Θα μετράμε λουκέτα στις σχολικές πόρτες, εγκαταλειμμένα σπίτια και άδεια χωριά και θα αναρωτιόμαστε πώς φτάσαμε ως εδώ. Τα μοιρολόγια δεν λύνουν προβλήματα, ούτε τα λόγια συμπάθειας προς τους σημερινούς και μελλοντικούς γονείς.
Όπως διατυπώνεται και στον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή: «καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει»-η πόλη θα έχει διπλό όφελος, και δεν θα ερημώσει και ασφαλής θα είναι.
Η πολιτειακή και πολιτική εξουσία θα μπορούσε, με κοινή διακήρυξη, να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό για την ανάγκη ευαισθητοποίησης όλων απέναντι σε ένα μείζον εθνικό θέμα που σχετίζεται με την επιβίωση του Έθνους. Δεν αφορά μόνον τους σημερινούς γονείς. Αφορά τους αυριανούς παππούδες, τα αυριανά σχολεία, την αυριανή οικονομία, την άμυνα, την κοινωνική ασφάλιση, τον πολιτισμό και, τελικά, την ίδια τη συνέχεια της χώρας.
Αντί για τις συνήθεις δηλώσεις και επισκέψεις στα σχολεία κατά την πρώτη ημέρα της νέας σχολικής χρονιάς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός και οι 300 βουλευτές θα μπορούσαν συμβολικά να παρευρεθούν σε ένα κλειστό σχολείο. Η κοινή τους παρουσία μπροστά σε μία άδεια, σιωπηλή και κλειδωμένη σχολική πόρτα θα σηματοδοτούσε μία αλλαγή νοοτροπίας και στάσης απέναντι στην υπογεννητικότητα.
Ο συμβολισμός θα ήταν καταλυτικός για τη συνειδητοποίηση του εθνικού αυτού προβλήματος και για την ανάληψη ευθυνών. Γιατί η δημογραφική κρίση δεν είναι μονοπώλιο κανενός κόμματος και δεν αντιμετωπίζεται με κομματικούς διαξιφισμούς. Είναι πρόβλημα διαγενεακό, εθνικό και υπαρξιακό.
Το κλειστό σχολείο είναι ίσως η πιο σιωπηλή κραυγή της Ελλάδας. Η κλειδαριά στην πόρτα του δεν κλείνει μόνον μία αίθουσα διδασκαλίας· κλείνει προσωρινά μία δυνατότητα, μία ελπίδα, μία συνέχεια. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει επειδή έχει κλειστά σχολεία. Κινδυνεύει επειδή τα κλειστά σχολεία τείνουν να γίνουν ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που γερνά, συρρικνώνεται και χάνει τη δυνατότητα ανανέωσής της.
Γι’ αυτό το δημογραφικό δεν μπορεί να παραμένει ένα ακόμη κεφάλαιο στις προεκλογικές εξαγγελίες. Χρειάζεται εθνική στρατηγική, κοινωνική συστράτευση και πολιτικό θάρρος. Γιατί η πιο δραματική εικόνα για την Ελλάδα του αύριο ίσως να μην είναι ένα άδειο σπίτι ούτε ένα κλειστό χωριό.
Να είναι ένα σχολείο με κλειστή πόρτα και…κανένα παιδικό πρόσωπο πίσω από αυτήν.
Μέτρα γενναία τώρα. Για τα παιδιά. Για την ύπαιθρο. Για την Ελλάδα. Για το αύριο που ακόμη προλαβαίνουμε να σώσουμε.