Πριν από περίπου 3.400 χρόνια, οι Χετταίοι ήταν μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις της Εγγύς Ανατολής, με μια αυτοκρατορία που ανταγωνιζόταν την ισχύ της αρχαίας Αιγύπτου και εξελίχθηκε σε υπερδύναμη μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα π.Χ.
Το εντυπωσιακότερο χαρακτηριστικό τους αποτελούν οι καινοτομίες και οι πρωτιές που σημείωσαν στην ανθρώπινη ιστορία. Κάτοικοι εξελιγμένων πόλεων με μνημειώδεις ναούς, οχυρά και παλάτια, οι Χετταίοι δημιούργησαν ένα από τα μεγαλύτερα αρχεία σφηνοειδούς γραφής του αρχαίου κόσμου. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει η «πρώτη γνωστή γραπτή συνθήκη ειρήνης στον κόσμο», η Συνθήκη του Καντές που υπογράφτηκε με την Αίγυπτο το 1259 π.Χ. και σήμερα εκτίθεται στα Αρχαιολογικά Μουσεία της Κωνσταντινούπολης.
Ταυτόχρονα, όντες οι εισηγητές του Πάνκους, ενός από τους πιο προηγμένους συμβουλευτικούς πολιτικούς θεσμούς της Ανατολίας υπήρξαν πρωτοπόροι στην εξέλιξη του οικογενειακού, του κληρονομικού και του αστικού δικαίου. Ακόμη, παρήγαγαν μερικά από τα πρωιμότερα δείγματα καταγραφής της ιστορίας μέσα από τα Βασιλικά Χρονικά.
Η πρωτοπορία των Χετταίων αποτυπώθηκε επίσης και στις υποδομές τους, με την κατασκευή του πρώτου φράγματος της Ανατολίας στο Αλατζάχουγιουκ πριν από 3.200 χρόνια, το οποίο χρησιμοποιείται στην άρδευση ακόμη και σήμερα.
Εξερευνώντας την καρδιά μιας ισχυρής αυτοκρατορίας
Η Χαττούσα, αρχαία πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Χετταίων και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, βρίσκεται στο σημερινό Μπογάζκαλε (Boğazkale) στην επαρχία Τσορούμ (Çorum), περίπου 150 χιλιόμετρα ανατολικά από την Άγκυρα, χτισμένη σε στρατηγική θέση, σε μια απότομη πλαγιά με θέα στην εύφορη πεδιάδα του ποταμού Κιζιλιρμάκ (Kızılırmak).
Γνωστή ως η «Πόλη των Χιλίων Θεών», η Χαττούσα χωρίζεται στην Κάτω και την Άνω Πόλη. Στην Κάτω Πόλη δεσπόζει ο Μεγάλος Ναός, ενώ η Άνω Πόλη διαθέτει εντυπωσιακά οχυρωματικά τείχη και μνημειακές πύλες, μεταξύ των οποίων η Πύλη των Λεόντων, η Πύλη του Βασιλιά και η Πύλη της Σφίγγας. Το Ανακτορικό Συγκρότημα Μπουγιούκκαλε (Büyükkale), χτισμένο στη θέση του παλαιότερου οικισμού της πόλης, αποτελεί ένα ακόμη από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα.
Πρόσφατες ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό των γνωστών τάφων στους 17. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ένας από τους νέους τάφους που ήρθαν στο φως, ο οποίος ξεχώρισε για την εξαιρετική κατάσταση διατήρησής του.
Περιβαλλόμενος από έναν κυκλικό λίθινο τοίχο διαμέτρου περίπου επτά μέτρων, με ένα δεύτερο εσωτερικό όριο που προοριζόταν για έναν μόνο ενήλικα, ο τάφος περιείχε έναν ασύλητο σκελετό και ένα μαχαίρι τοποθετημένο δίπλα στον δεξιό ώμο του νεκρού. Οι αρχαιολόγοι εξετάζουν αν το μαχαίρι αποτελούσε κτέρισμα (ταφική προσφορά) ή αν ανήκε στον αποθανόντα, στοιχείο που θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τις ταφικές πρακτικές της συγκεκριμένης περιόδου.
Η ανακάλυψη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η μεταγενέστερη ιστορία της Χαττούσας παραμένει ακόμα λιγότερο γνωστή. Παρ’ όλα αυτά, οι τάφοι που ανακαλύφθηκαν στις τελευταίες ανασκαφές προσδίδουν πληροφορίες για τη συνεχή χρήση και τον μετασχηματισμό του οικισμού στο πέρασμα των εποχών, ενώ με την ολοκλήρωση της ανασκαφής και της τεκμηρίωσης των τάφων προγραμματίζεται η αποκατάσταση τους και η απόδοσή τους στο κοινό.
131 αρχαίες πινακίδες αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές της ζωής των Χετταίων
Παράλληλα, κατά τις ανασκαφές στο Καϊαλίπιναρ, στη θέση της αρχαίας χεττιτικής πόλης Σαμούχα, ήρθαν στο φως 131 πήλινες πινακίδες και θραύσματα πινακίδων με σφηνοειδή γραφή, που χρονολογούνται στη βασιλεία του Τουνταλίγια Β΄, περίπου στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.
Τα νέα ευρήματα, μαζί με 53 πινακίδες και θραύσματα που ανακαλύφθηκαν το 2025, συγκροτούν ένα αρχείο 184 τεκμηρίων, το οποίο θεωρείται το μεγαλύτερο αρχείο χεττιτικών κειμένων που έχει ανακαλυφθεί κατά τον 21ο αιώνα.
Πέρα από την πρωτεύουσα των Χετταίων
Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος των γνώσεών μας για τον πολιτισμό των Χετταίων προέρχεται από τη Χαττούσα, όπου έχουν βρεθεί περίπου 30.000 πινακίδες και θραύσματα. Ωστόσο, τα κείμενα αυτά αποτυπώνουν κυρίως τις δραστηριότητες της βασιλικής αυλής, της διοίκησης και του ιερατείου.
Η Σαμούχα υπήρξε σημαντικό θρησκευτικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο. Ιδιαίτερα κατά τη βασιλεία του Τουνταλίγια Β΄, απέκτησε στρατηγική σημασία, καθώς η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε επιδρομές και συγκρούσεις στα σύνορά της.
Οι νέες πινακίδες, γραμμένες στη χεττιτική και τη χουρριτική γλώσσα, περιλαμβάνουν επιστολές, διοικητικά κείμενα, προσευχές, χρησμούς και περιγραφές θρησκευτικών τελετουργιών. Αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες για την πολιτική οργάνωση, τις πεποιθήσεις και τις ανησυχίες των ανθρώπων εκείνης της εποχής.
Μια άγνωστη επιδημία και ο θάνατος μιας μικρής πριγκίπισσας
Σύμφωνα με το National Geographic, ανάμεσα στις σημαντικότερες αποκαλύψεις συγκαταλέγονται οι αναφορές σε μια επιδημία που εξαπλωνόταν από πόλη σε πόλη, προκαλώντας υψηλό πυρετό και πολλούς θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ βρεφών και παιδιών.
Ορισμένες πινακίδες καταγράφουν την αγωνία της βασιλικής οικογένειας για μια μικρή πριγκίπισσα, η οποία βρισκόταν ακόμη σε ηλικία θηλασμού. Τα κείμενα αναφέρονται στην ασθένειά της, στις προσπάθειες πρόγνωσης της εξέλιξής της μέσω μαντικών πρακτικών και, τελικά, στον θάνατό της και στη νεκρική τελετουργία που ακολούθησε.
Σύμφωνα με τον Θεό φαν ντεν Χάουτ, ομότιμο καθηγητή Χεττιτικής και Ανατολικών Γλωσσών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, η επιδημία αυτή φαίνεται να διαφέρει από εκείνη που είναι γνωστή από τη βασιλεία του Μουρσίλι Β΄, τον 14ο αιώνα π.Χ.
Η ανακάλυψη προσφέρει νέες πληροφορίες όχι μόνο για τις ασθένειες της Εποχής του Χαλκού, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι Χετταίοι αντιμετώπιζαν την αρρώστια και τον θάνατο, αναζητώντας απαντήσεις στη θρησκεία και στη μαντική.
Οι ανασκαφές στο Καϊαλίπιναρ πραγματοποιούνται υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Τσιγντέμ Μανέρ, αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κοτς της Τουρκίας.