Με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, διάρκειας περίπου 13 λεπτών και έναν εμφανώς συγκινημένο Τζον Μάλκοβιτς ολοκληρώθηκε στη Βενετία η παγκόσμια πρεμιέρα του «Wild Horse Nine», της νέας ταινίας του Μάρτιν ΜακΝτόνα.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία με πρωταγωνιστές τον Μάλκοβιτς και τον Σαμ Ρόκγουελ, η οποία ξεκινά με το γνώριμο δηκτικό χιούμορ του δημιουργού των «In Bruges» και «The Banshees of Inisherin», για να εξελιχθεί σε μια πολύ πιο σκοτεινή αναμέτρηση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τον ρόλο της CIA στη Λατινική Αμερική.
Η ταινία, που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του 83ου Φεστιβάλ Βενετίας, εκτυλίσσεται το 1973, λίγο πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή και την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου σοσιαλιστή προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Ο Μάλκοβιτς και ο Ρόκγουελ υποδύονται δύο πράκτορες της CIA, τον Κρις και τον Λι, οι οποίοι υπηρετούν στο Σαντιάγο μέχρι που ο προϊστάμενός τους, τον οποίο ενσαρκώνει ο Στιβ Μπουσέμι, τους αναθέτει μια αποστολή στο απομονωμένο Νησί του Πάσχα.
Ανάμεσα στα εμβληματικά Μοάι, τα τεράστια μονολιθικά πέτρινα αγάλματα, οι δύο άνδρες έρχονται αντιμέτωποι όχι μόνο με τις συνωμοσίες στις οποίες συμμετέχουν, αλλά και με το δικό τους παρελθόν. Ο ηλικιωμένος Κρις είναι βαριά άρρωστος, κάνει χρήση μορφίνης και μοιάζει να βρίσκεται πλέον σε μια διαδικασία απολογισμού. Η γνωριμία του με δύο νεαρές, πολιτικοποιημένες Χιλιανές φοιτήτριες, τις οποίες υποδύονται η Μαριάνα ντι Τζιρόλαμο και η Αϊλίν Σάλας, διαταράσσει ακόμη περισσότερο τις εύθραυστες ισορροπίες.
Πίσω από την εκκεντρική ιστορία δύο πρακτόρων που βρίσκονται αποκομμένοι σε ένα από τα πιο απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη, ο ΜακΝτόνα ανοίγει μια πολύ ευρύτερη συζήτηση γύρω από την ενοχή, την μεταμέλεια και το τίμημα της πολιτικής βίας. Η αμερικανική ανάμειξη στα γεγονότα που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 αποτελεί ουσιαστικό ιστορικό φόντο της ταινίας, η οποία στρέφει το βλέμμα στις μυστικές επιχειρήσεις της CIA και, ευρύτερα, στον αμερικανικό παρεμβατισμό.
Ο ίδιος ο ΜακΝτόνα παραδέχθηκε στη Βενετία ότι η σημερινή πολιτική συγκυρία δεν βρισκόταν στο μυαλό του όταν άρχισε να γράφει την ταινία. «Όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο, δεν σκεφτόμουν καθόλου τη σημερινή κατάσταση», είπε, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πρακτικές στις οποίες αναφέρεται η ιστορία του κάθε άλλο παρά ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. «Πάντα με ενδιέφερε η συγκαλυμμένη ανάμειξη της Αμερικής σε ολόκληρο τον κόσμο και το πόσο λίγο μιλάμε γι’ αυτήν», ανέφερε ο σκηνοθέτης.
Για τη Χιλιανή ηθοποιό Μαριάνα ντι Τζιρόλαμο, το ιστορικό αυτό τραύμα παραμένει ζωντανό περισσότερο από μισό αιώνα μετά το πραξικόπημα και τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοσέτ. Η ηθοποιός μίλησε για μια «ανοιχτή πληγή» στη χώρα της, υπογραμμίζοντας τη σημασία που εξακολουθεί να έχει η διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
Ακριβώς αυτή η απερίφραστα επικριτική στάση απέναντι στη CIA ενδέχεται, σύμφωνα με το BBC, να διχάσει το αμερικανικό κοινό, αλλά ακόμη και τους ψηφοφόρους των Όσκαρ.
Ο ΜακΝτόνα δεν επιχειρεί τόσο μια συμβατική κινηματογραφική αναπαράσταση του πραξικοπήματος όσο μια διερεύνηση του ηθικού αποτυπώματος που αφήνουν οι πράξεις εκείνων που συμμετέχουν, στο όνομα του κράτους, σε επιχειρήσεις τις οποίες αργότερα η επίσημη Ιστορία προτιμά να αφήνει στη σκιά.
Στα 72 του χρόνια, ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Τζον Μάλκοβιτς παραδίδει μια ερμηνεία που ήδη τροφοδοτεί συζητήσεις για την επόμενη οσκαρική κούρσα. Ο ίδιος, πάντως, αντιμετώπισε με τη χαρακτηριστική του αποστασιοποίηση τόσο τις σχετικές προβλέψεις όσο και το ενδεχόμενο μιας επικείμενης αποχώρησης από την υποκριτική.
«Αγαπώ αυτό που κάνω», δήλωσε, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν σκέφτεται τη συνταξιοδότηση. «Υποθέτω ότι κάποια στιγμή η ζωή θα με αποσύρει ή η βιομηχανία θα με αποσύρει. Και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό».
Με πληροφορίες από Variety, BBC