Για τους περισσότερους θεατές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ήταν το ζωηρό, ατίθασο κορίτσι με το χαρακτηριστικό βλέμμα και την εκρηκτική παρουσία. Για μια ολόκληρη νεότερη γενιά, όμως, η Κατερίνα Γώγου έγινε κάτι εντελώς διαφορετικό: η ποιήτρια της εξέγερσης, της μοναξιάς, των Εξαρχείων, των ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο.
Πίσω από τις δύο ιδιότητές της, της ποιήτριας και της ηθοποιού, βρίσκεται μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις.
Από πέντε χρονών στη σκηνή
Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1940. Η σχέση της με την υποκριτική άρχισε σχεδόν μαζί με την παιδική της ηλικία: από τα πέντε της χρόνια εργαζόταν σε παιδικούς θιάσους και αργότερα πέρασε επαγγελματικά στο θέατρο, παίζοντας από επιθεώρηση μέχρι αρχαία τραγωδία.
Σπούδασε υποκριτική στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα. Στον κινηματογράφο έγινε ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη μέσα από δεύτερους αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, συχνά ως η ζωηρή μικρή αδελφή, η σκανδαλιάρα νεαρή ή η ατίθαση κοπέλα.
Η Κατερίνα Γώγου που γνώρισε το μεγάλο κοινό
Στη Φίνος Φιλμ εμφανίστηκε σε οκτώ ταινίες, μεταξύ των οποίων «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» το 1959, «Νόμος 4000» το 1962, «Η Ψεύτρα» το 1963, «Δεσποινίς Διευθυντής» το 1964 και «Μια Τρελλή Τρελλή Οικογένεια» το 1965.
Ήταν πρόσωπο οικείο στο κοινό της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Πίσω, όμως, από τους κωμικούς ρόλους υπήρχε μια πολύ διαφορετική προσωπικότητα, που σταδιακά θα έβγαινε στο προσκήνιο.
Το 1977 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Το… βαρύ πεπόνι» του Παύλου Τάσιου και κέρδισε Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε το 1980 η «Παραγγελιά», επίσης του Τάσιου, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν ποιήματά της. Στην «Όστρια» του Ανδρέα Θωμόπουλου, το 1984, συνεργάστηκε και στο σενάριο, κερδίζοντας Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιραζόμενη το Βραβείο Σεναρίου με τον Θωμόπουλο.
Τρία κλικ αριστερά και μια δεύτερη ζωή
Το 1978 συνέβη η μεγάλη στροφή. Κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της, «Τρία κλικ αριστερά».
Η Γώγου δεν έγραφε «καθωσπρέπει» ποίηση. Η γλώσσα της ήταν άμεση, καθημερινή, συχνά ωμή. Έγραφε για την εξουσία, την αστυνομική βία, την κοινωνική υποκρισία, την αποξένωση, τη φτώχεια, τους αποκλεισμένους, αλλά και για τον έρωτα, τον φόβο και τη μοναξιά.
Και το κοινό που τη γνώρισε μέσα από τα ποιήματά της ήταν πλέον διαφορετικό από εκείνο που την είχε αγαπήσει στις κινηματογραφικές κωμωδίες.
Η ποίηση της οργής και της ευαισθησίας
Μετά τα «Τρία κλικ αριστερά» ακολούθησαν το «Ιδιώνυμο» το 1980, «Το ξύλινο παλτό» το 1982, οι «Απόντες» το 1986, «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» το 1988 και ο «Νόστος» το 1990. Το «Με λένε Οδύσσεια» κυκλοφόρησε μεταθανάτια, το 2002.
Το 2013 οι Εκδόσεις Καστανιώτη συγκέντρωσαν το ποιητικό έργο της στον τόμο «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε – Ποιήματα 1978-2002», μαζί με αδημοσίευτο υλικό, σημειώσεις και κείμενά της.
Η ποίησή της δεν επιδίωκε την απόσταση από την πραγματικότητα. Ήταν σχεδόν μια προσωπική καταγραφή των δρόμων, των συγκρούσεων και των ανθρώπων που η ίδια γνώριζε. Η Γώγου συνδέθηκε ιδιαίτερα με τα Εξάρχεια και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, χωρίς όμως η λογοτεχνική της ταυτότητα να εξαντλείται στην πολιτική διαμαρτυρία. Στον πυρήνα πολλών ποιημάτων της βρίσκεται ένας βαθύς φόβος για τη μοναξιά και μια διαρκής αναζήτηση ανθρώπινης επαφής.
Ο Παύλος Τάσιος και η κόρη τους
Στην προσωπική της ζωή παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Μυρτώ. Η κοινή κινηματογραφική τους πορεία άφησε σημαντικές ταινίες, ενώ η ίδια η Γώγου έμοιαζε σταδιακά να απομακρύνεται από την εικόνα της ηθοποιού που είχε δημιουργήσει το εμπορικό ελληνικό σινεμά.
Ήταν σαν να υπήρχαν δύο Κατερίνες Γώγου: εκείνη που γελούσε μπροστά στον κινηματογραφικό φακό και εκείνη που αργότερα έγραφε για έναν κόσμο πολύ πιο σκοτεινό.
Το τραγικό τέλος στα 53 της χρόνια
Η ζωή της τα τελευταία χρόνια έγινε ολοένα δυσκολότερη. Στις 3 Οκτωβρίου 1993 η Κατερίνα Γώγου πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Βιογραφικές πηγές καταγράφουν ότι αυτοκτόνησε με χάπια.
Το τέλος της ήταν τραγικό, αλλά δεν πρέπει να επισκιάζει το έργο της. Γιατί η Γώγου κατάφερε κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να εγκαταλείψει ουσιαστικά μια ήδη καθιερωμένη δημόσια εικόνα και να δημιουργήσει μια δεύτερη, πολύ πιο προσωπική ταυτότητα.
Η Γώγου που εξακολουθεί να διαβάζεται
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό της, τα ποιήματά της εξακολουθούν να κυκλοφορούν και να βρίσκουν νέους αναγνώστες. Το γεγονός ότι το έργο της συγκεντρώθηκε σε ενιαίο τόμο και συνεχίζει να εκδίδεται δείχνει ότι η Γώγου δεν έμεινε απλώς ως μια χαρακτηριστική φιγούρα μιας ταραγμένης εποχής.
Έμεινε ως μια ξεχωριστή φωνή.
Μια γυναίκα που πέρασε από τις φωτεινές κινηματογραφικές αίθουσες στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας και από τις ατάκες των ελληνικών κωμωδιών σε στίχους γεμάτους θυμό, τρυφερότητα, απελπισία και ανάγκη για ελευθερία.
Και ίσως αυτή η τεράστια αντίθεση να εξηγεί γιατί η Κατερίνα Γώγου εξακολουθεί να συγκινεί: γιατί πίσω από την ηθοποιό και πίσω από την επαναστάτρια ποιήτρια υπήρχε πάντοτε ένας άνθρωπος που αρνιόταν να συμβιβαστεί με όσα έβλεπε γύρω του.
Πηγές: Σαν Σήμερα • Εκδόσεις Καστανιώτη • ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ • Finos Film