Ο πρώην Αυστραλός επίσκοπος Κρίστοφερ Σόντερς καταδικάστηκε σε φυλάκιση για τη σεξουαλική κακοποίηση δύο νεαρών Αβορίγινων κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Καθολικός κληρικός.
Ο Σόντερς – ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Επισκόπου του Μπρουμ όταν κατηγορήθηκε για πρώτη φορά για ανάρμοστη συμπεριφορά το 2020 – κρίθηκε ένοχος τον Αύγουστο για μία κατηγορία βιασμού και 12 κατηγορίες για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (ασέλγεια).
Ο 76χρονος καταδικάστηκε την Τετάρτη σε κάθειρξη έξι ετών και έξι μηνών, ωστόσο θα έχει δικαίωμα υφ’ όρον απόλυσης τον Φεβρουάριο του 2031.
Συγκαταλέγεται στα ανώτατα στελέχη της Καθολικής Εκκλησίας παγκοσμίως που έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση.
Κατά τη διάρκεια της δίκης του στη Δυτική Αυστραλία, ακούστηκε ότι ο Σόντερς προετοίμαζε συστηματικά το έδαφος για την κακοποίηση των δύο νεαρών, προσκαλώντας τους σε συγκεντρώσεις όπου οι παρευρισκόμενοι έβγαζαν τα πουκάμισά τους και προσφέροντάς τους άφθονο αλκοόλ, χρησιμοποιώντας συχνά για τον σκοπό αυτό εκκλησιαστικά κονδύλια και ακίνητα της Εκκλησίας.
Καταδικάστηκε επειδή φίλησε και προέβη σε ασελγείς πράξεις σε βάρος των δύο ανδρών μεταξύ 2010 και 2019, ενώ σε μία περίπτωση ανάγκασε έναν από αυτούς να υποστεί στοματικό σεξ.
Το σώμα των ενόρκων αθώωσε τον Σόντερς για καταγγελίες σχετικά με αδικήματα σε βάρος ενός τρίτου νεαρού άνδρα.
Σε δήλωση που κατέθεσε στο δικαστήριο σχετικά με τον αντίκτυπο της κακοποίησης, ο εν λόγω νεαρός ανέφερε ότι δυσκολευόταν να μιλήσει για όσα είχαν συμβεί. «Ήμουν ένα παιχνίδι που χρησιμοποιούσε εκείνος», δήλωσε το θύμα. «Το κεφάλι μου πάει να σπάσει τώρα, πονάω τρομερά».
Ο Σόντερς, ο οποίος χειροτονήθηκε για πρώτη φορά το 1976, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στην απομακρυσμένη περιοχή Κίμπερλι, στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας, και διορίστηκε Επίσκοπος του Μπρουμ το 1996.
Η επισκοπή εκτείνεται σε έκταση περίπου 770.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων – μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στην έκταση της Τουρκίας – και περιλαμβάνει ορισμένες από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της χώρας.
Ο δικαστής του Περιφερειακού Δικαστηρίου, Μάρτιν Φλιν, δήλωσε ότι ο Σόντερς «περιφρόνησε την αξιοπρέπεια» των θυμάτων του και τους προκάλεσε μόνιμη βλάβη.
Σε δήλωσή του, ο Αρχιεπίσκοπος του Περθ, Τίμοθι Κοστέλο, ανέφερε ότι οι άνδρες που κατήγγειλαν το περιστατικό επέδειξαν μεγάλη γενναιότητα και ψυχικό σθένος στην προσπάθειά τους να αποδοθεί δικαιοσύνη. «Λυπούμαστε για τον πόνο και τα δεινά που υποστήκατε. Λυπούμαστε που η εμπιστοσύνη σας προδόθηκε τόσο άμεσα και βαθιά από έναν ηγέτη της Εκκλησίας», δήλωσε. «Καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να αναιρέσει τα δεινά που προκλήθηκαν ούτε να αποκαταστήσει όλα όσα έχασε το κάθε άτομο».
Οι καταγγελίες δημοσιοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 2020, αλλά η αρχική αστυνομική έρευνα που ακολούθησε έκλεισε χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες. Ωστόσο, μετά την εντολή του Πάπα για τη διενέργεια μιας έρευνας-ορόσημο, η αστυνομία ξεκίνησε νέα έρευνα.
Ο Κοστέλο έχει δηλώσει προηγουμένως ότι η έρευνα της Εκκλησίας για τον Σόντερς —η οποία είχε ανασταλεί όταν η αστυνομία ξεκίνησε τη δική της— θα επαναληφθεί.
Η Εκκλησία δέχεται πιέσεις να αφαιρέσει από τον Σόντερς τον εναπομείναντα τίτλο του και τα εκκλησιαστικά του αξιώματα, μια απόφαση που, όπως δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος, θα ληφθεί από τη Ρώμη. Μόνο ελάχιστες έρευνες βάσει του «Vos Estis Lux Mundi» —που στα λατινικά σημαίνει «Εσείς είστε το φως του κόσμου»— έχουν διεξαχθεί παγκοσμίως.
Οι έρευνες αυτές διενεργούνται κατόπιν εντολής του Ποντίφικα και θεσπίστηκαν το 2019 με στόχο την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και την απόδοση ευθυνών σε επισκόπους και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Καθολικής Εκκλησίας για τις πράξεις τους.
Πέρα από τον μακαριστό Καρδινάλιο Τζορτζ Πελ, ο οποίος φυλακίστηκε και στη συνέχεια αθωώθηκε, ο Σόντερς είναι το ανώτερο στέλεχος της Καθολικής Εκκλησίας στη χώρα που κατηγορείται για σεξουαλικά αδικήματα.