Οι γνώριμες εικόνες από σύννεφα δακρυγόνων που καλύπτουν τις πλατείες του Παρισιού, αστυνομικούς να πραγματοποιούν εφόδους με γκλομπ εναντίον διαδηλωτών με καλυμμένα πρόσωπα και τρομοκρατημένους εφήβους να σωριάζονται στο έδαφος -κάποιες φορές με ακόμη σοβαρότερες συνέπειες- έπειτα από τη χρήση κρότου-λάμψης, έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τις αστυνομικές πρακτικές στη Γαλλία.
Την ώρα που οι περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης προκρίνουν, κατά κανόνα, μεθόδους αστυνόμευσης που δίνουν έμφαση στον περιορισμό του πλήθους και στην αποκλιμάκωση της έντασης, η Γαλλία αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες τα κοινωνικά κινήματα που κατεβαίνουν στους δρόμους με πρακτικές που, σε ορισμένες περιπτώσεις, χαρακτηρίζονται από σοκαριστική σωματική βία, σύμφωνα με δεδομένα του Guardian.
Οι λόγοι βέβαια πίσω από αυτή την προσέγγιση είναι σύνθετοι και συνδέονται με την ιστορία, την πολιτική, την οργάνωση του κράτους και μια ιδιαίτερη κουλτούρα ασφάλειας, η οποία έχει εδραιωθεί βαθιά στη χώρα εδώ και δεκαετίες, αν όχι αιώνες.
Η κληρονομιά του Ναπολέοντα και ο ρόλος του κράτους
Η γαλλική αστυνομική πολιτική έχει τις ρίζες της στο υπερσυγκεντρωτικό κράτος που διαμόρφωσε ο Ναπολέων, καθώς και στην πολιτική φιλοσοφία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Στη Γαλλία, η αστυνομία αποτελεί όργανο του κράτους, ενώ βασική αποστολή της είναι η προστασία του, η εφαρμογή των νόμων του και η διατήρηση της δημόσιας τάξης.
Με απλά λόγια, οι αστυνομικοί θεωρούνται εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει ότι οι διαδηλώσεις, οι αποκλεισμοί δρόμων και οι εκτεταμένες ταραχές δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως προβλήματα της δημόσιας ζωής, αλλά ως άμεσες προκλήσεις απέναντι στην εξουσία της Δημοκρατίας. Προτεραιότητα της αστυνομίας είναι να ανακτήσει τον έλεγχο των δρόμων και όχι να διαπραγματευτεί με τους διαδηλωτές.
Αυτή η αντίληψη εξηγεί την επιθετικότητα ορισμένων αστυνομικών πρακτικών, όπως η συστηματική περικύκλωση και παγίδευση πλήθους, αλλά και τη συνεχιζόμενη χρήση όπλων που χαρακτηρίζονται ως «ενδιάμεσα» ή λιγότερο θανατηφόρα. Πολλά από αυτά απαγορεύονται ή υπόκεινται σε αυστηρούς περιορισμούς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εκτοξευτές αμυντικών βλημάτων, οι οποίοι εκτοξεύουν ελαστικά βλήματα με ταχύτητα που φτάνει τα 300 χιλιόμετρα την ώρα. Οι ειδικές χειροβομβίδες που προκάλεσαν τραυματισμούς σε διαδηλωτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» στα τέλη της δεκαετίας του 2010, αλλά και τον θάνατο ενός περιβαλλοντικού ακτιβιστή το 2014, έχουν αποσυρθεί σταδιακά. Ωστόσο, στη θέση τους χρησιμοποιούνται πλέον κρότου-λάμψης με πυροτεχνικά χαρακτηριστικά.
Τα συγκεκριμένα μέσα έχουν σχεδιαστεί για να διαλύουν συγκεντρώσεις προκαλώντας τόσο σωματική πρόσκρουση όσο και ακουστικό κρουστικό κύμα έντασης 160 ντεσιμπέλ. Τα τελευταία χρόνια έχουν συνδεθεί με πολλαπλούς σοβαρούς τραυματισμούς, μεταξύ των οποίων απώλεια όρασης και δοντιών, κατάγματα της γνάθου, αλλά και ακρωτηριασμούς άκρων. Παράλληλα, προκαλούν συχνά μαζικό πανικό μεταξύ των διαδηλωτών.
Η βαθιά ριζωμένη κουλτούρα των διαδηλώσεων στη Γαλλία – Ο φαύλος κύκλος αστυνομικής βίας
Οι βίαιες αστυνομικές πρακτικές ενισχύονται και από την «ιδιαίτερη» παράδοση των μαζικών διαδηλώσεων στη Γαλλία. Η κληρονομιά των εξεγέρσεων, που ανάγεται στη Γαλλική Επανάσταση του 1789, έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι οι κινητοποιήσεις στους δρόμους μπορούν -και συχνά καταφέρνουν- να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να υποχωρήσουν.
Σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, τα γαλλικά συνδικάτα, παρά το γεγονός ότι προχωρούν συχνά σε απεργίες, δεν αποτελούν θεσμοθετημένους συνομιλητές της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, η έντονα προεδρική δομή της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας περιορίζει τον ρόλο της θεσμικής διαβούλευσης.
Ως αποτέλεσμα, ένα ισχυρά συγκεντρωτικό κράτος συχνά προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες χωρίς να έχει εξασφαλίσει ευρεία κοινωνική συναίνεση. Σε αυτές τις συνθήκες, η «δύναμη του δρόμου» αποτελεί για πολλούς πολίτες ένα από τα ελάχιστα αποτελεσματικά μέσα πίεσης για την εξασφάλιση παραχωρήσεων.
Στη Γαλλία, άλλωστε, η διαμαρτυρία θεωρείται πράξη πολιτειακής ευθύνης και θεμιτό εργαλείο δημοκρατικής συμμετοχής. Ωστόσο, αυτού του είδους η πραγματικότητα, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι γαλλικές αρχές αντιμετωπίζουν τις μεγάλες συγκεντρώσεις ως απειλή για την ίδια τη σταθερότητα του κράτους και απαντούν με την ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων. Οι τακτικές που θυμίζουν στρατιωτικές επιχειρήσεις ενισχύουν την επιθετικότητα και αποξενώνουν ακόμη και τους ειρηνικούς διαδηλωτές. Η εξέλιξη αυτή ωθεί τις πιο ριζοσπαστικές ομάδες να υιοθετούν ολοένα πιο βίαιες πρακτικές.
Αντί, ωστόσο, να απομονώσουν αυτές τις ομάδες, οι αστυνομικές δυνάμεις απαντούν με εφόδους, χτυπήματα με γκλομπ και χρήση ειδικών πυρομαχικών. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαδηλώσεις μετατρέπονται σε πεδία συγκρούσεων. Η γαλλική προσέγγιση στην αστυνόμευση και στη διαχείριση του πλήθους δέχεται εδώ και δεκαετίες επικρίσεις από διεθνείς οργανισμούς για τα ανθρώπινα δικαιώματα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, μεταξύ των οποίων η Διεθνής Αμνηστία, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) και το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Σχετικές εκθέσεις έχουν καταγράψει περιστατικά υπέρμετρης χρήσης βίας, κατάχρησης της χρήσης χειροβομβίδων και ελαστικών βλημάτων, μαζικών αυθαίρετων συλλήψεων, καθώς και συστηματικής χρήσης δακρυγόνων εναντίον διαδηλωτών που συμμετείχαν κατά κύριο λόγο σε ειρηνικές κινητοποιήσεις.
Παρά τις επικρίσεις, το συγκεκριμένο μοντέλο όχι μόνο εξακολουθεί να εφαρμόζεται, αλλά φαίνεται να διευρύνεται. Τον περασμένο μήνα, χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις κατά ενός προτεινόμενου νόμου, τον οποίο οι επικριτές του χαρακτηρίζουν «άδεια να σκοτώνουν». Στόχος του νομοσχεδίου είναι να καθιερώσει ένα νομικό τεκμήριο νόμιμης άμυνας για αστυνομικούς και χωροφύλακες που κάνουν χρήση πυροβόλων όπλων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Η προτεινόμενη ρύθμιση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, πολιτικούς της Αριστεράς, το συνδικαλιστικό όργανο των δικαστικών λειτουργών, καθώς και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Η συζήτηση γύρω από το νομοσχέδιο αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, τη βαθιά αντιπαράθεση στη Γαλλία σχετικά με τα όρια της κρατικής εξουσίας, το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και την προστασία των πολιτών απέναντι στην αστυνομική βία.
Με πληροφορίες από The Guardian