Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ιράν κατέληξαν σε μνημόνιο κατανόησης για να τερματιστεί άμεσα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, όπως το Πακιστάν, που διαδραματίζει μεσολαβητικό ρόλο-κλειδί, με την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη να επιβεβαιώνουν την πληροφορία αυτή αμέσως μετά.
Η συμφωνία – πλαίσιο έχει διάρκεια 60 ημερών και προβλέπει άρση του ναυτικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ και άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, άμεση και μόνιμη παύση των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, αφήνοντας ανοιχτό ένα παράθυρο 60 ημερών για σκληρές διαπραγματεύσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις κυρώσεις.
«Η συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν πλέον ολοκληρώθηκε», ανέφερε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μέσω Truth Social, μερικά λεπτά μετά την ανακοίνωση του πακιστανού πρωθυπουργού Σαμπάζ Σαρίφ μέσω X πως «επιτεύχθηκε» συμφωνία.
Η συμφωνία θα υπογραφεί στις 19 Ιουνίου στην Γενεύει της Ελβετίας ενώ στο μεσοδιάστημα θα διεξαχθούν πρόσθετες συνομιλίες.
Τα ανοιχτά θέματα
Πέρα από τις δημόσιες τοποθετήσει του Ιράν, των ΗΠΑ και του Πακιστάν, παραμένουν ερωτήματα για κρίσιμα ζητήματα, όπως το ποιες θα είναι οι περιορισμοί στον εμπλουτισμό ουρανίου και τι θα απογίνει το υπάρχον απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν.
Όπως επισημαίνει το BBC, κάποια από αυτά είναι βέβαιο ότι θα διευθετηθούν σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις και «τεχνικές» συνομιλίες, οι οποίες θα διεξαχθούν κατά τη διάρκεια μιας παράτασης 60 ημερών της τρέχουσας κατάπαυσης του πυρός. Ωστόσο, αν υπάρχει κάτι σαφές μετά από δεκαετίες προσπαθειών να πειστεί ή να αναγκαστεί το Ιράν να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες, είναι ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν οι ΗΠΑ ότι έχουν εξασφαλίσει σε αυτό το «μνημόνιο κατανόησης».
Σε αυτό το πνεύμα, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν εξέδωσε την Κυριακή δήλωση αναφέροντας ότι «οι τελικές διαπραγματεύσεις θα αναβληθούν μέχρι την υλοποίηση των δεσμεύσεων της άλλης πλευράς βάσει του μνημονίου». Το ποιες είναι αυτές οι δεσμεύσεις —και πώς τις ερμηνεύει το Ιράν— θα συμβάλει στον καθορισμό του αν αυτή η συμφωνία θα αντέξει.
Ειδικοί της αγοράς ενέργειας προειδοποίησαν ότι είναι απίθανο η διακίνηση πετρελαίου μέσω των στενών να επιστρέψει άμεσα στα προ του πολέμου επίπεδα. Η εκκαθάριση του μεγάλου αριθμού δεξαμενόπλοιων που βρίσκονται σε αναμονή, η απομάκρυνση ναρκών και η αποκατάσταση της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ και παραγωγής πετρελαίου θα πάρει χρόνο.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ήταν εξαρχής τριμερής και μολονότι το Ισραήλ δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και η χώρα – διαμεσολαβητής, το Πακιστάν, δεν το αναγνωρίζει επίσημα, παραμένει ένας καθοριστικός και αστάθμητος παράγοντας.
Ο Τραμπ δήλωσε στην Wall Street Journal την Κυριακή ότι είναι εξοργισμένος με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, επειδή διέταξε τους IDF να επιτεθούν στον Λίβανο, γεγονός που πίστευε ότι θα μπορούσε να τορπιλίσει την σχεδόν ολοκληρωμένη συμφωνία με το Ιράν.
Η συμφωνία διατηρήθηκε – τουλάχιστον για όσο χρειάστηκε ώστε να ανακοινωθεί δημόσια. Όμως, αν το Ισραήλ ξεκινήσει νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, το Ιράν θα μπορούσε να αποφασίσει να κλείσει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, θέτοντας και πάλι σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομία.
Στις δηλώσεις του, ο Βανς αναγνώρισε επίσης τα δεινά που έχει προκαλέσει αυτός ο πόλεμος σε πολλούς Αμερικανούς λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας και των παράπλευρων οικονομικών επιπτώσεων. «Το κύριο μήνυμά μου προς τον αμερικανικό λαό είναι ένα ευχαριστώ», είπε, υποσχόμενος ότι οι τιμές της ενέργειας θα αρχίσουν να μειώνονται.
Το πόσο γρήγορα θα συμβεί αυτό και το πόσο γρήγορα θα μεταφραστεί σε χαμηλότερο κόστος για τους καταναλωτές —οι οποίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες— θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο αν θα υποχωρήσει η αυξανόμενη πολιτική πίεση προς τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, αναφέρει χαρακτηριστικά το BBC.
Ο Τραμπ και το κόμμα του έρχονται αντιμέτωποι με ένα όλο και πιο ανήσυχο κοινό, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Έρευνα της YouGov διαπίστωσε ότι το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον χειρισμό της οικονομίας από τον Τραμπ, ενώ το 57% αισθάνεται ότι η οικονομία χειροτερεύει.
Ερώτημα επίσης παραμένουν εάν οι ευρύτεροι στόχοι του Τραμπ παραμένουν προς το παρόν ανεκπλήρωτοι και ο σε ποιο βαθμό ο ίδιος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολιτικό κίνδυνο στο εσωτερικό της χώρας.