Ο ιταλικός οίκος μόδας Dolce & Gabbana γνωστοποίησε ότι ο συνιδρυτής του, Stefano Gabbana, αποχώρησε από τη θέση του προέδρου από την 1η Ιανουαρίου, στο πλαίσιο – όπως επισημαίνεται – μιας «φυσικής εξέλιξης» της οργανωτικής δομής και της εταιρικής διακυβέρνησης.

Η εταιρεία ξεκαθάρισε ότι η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει τον δημιουργικό ρόλο του σχεδιαστή, ο οποίος συνεχίζει να έχει ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση της αισθητικής ταυτότητας του brand. Τη θέση του προέδρου ανέλαβε ο Alfonso Dolce, αδελφός του συνιδρυτή Domenico Dolce και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας.

Advertisement
Advertisement

Την ίδια στιγμή, ο Gabbana φαίνεται πως επανεξετάζει τις επιλογές του σχετικά με το 40% των μετοχών που κατέχει, ενόψει διαπραγματεύσεων με τραπεζικούς φορείς για το υφιστάμενο χρέος του ομίλου. Στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, ρόλο στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας αναλαμβάνει και ο Stefano Cantino, πρώην στέλεχος της Gucci.

Ο οίκος, που ιδρύθηκε το 1985, βρίσκεται αντιμέτωπος με επιβράδυνση στον κλάδο της πολυτελούς μόδας, επηρεασμένος και από γεωπολιτικές εξελίξεις, κυρίως στη Μέση Ανατολή – μια αγορά ιδιαίτερης σημασίας για τον κλάδο. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, έχει οριστεί η Rothschild & Co ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος ενόψει επαφών με πιστωτές, ενώ το τραπεζικό του χρέος διαμορφώνεται περίπου στα 450 εκατ. ευρώ, μετά από αναχρηματοδότηση το 2025.

Οι Domenico Dolce και Stefano Gabbana διατηρούν από 40% της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό κατανέμεται σε μέλη της οικογένειας Dolce.

Παρά τη διεθνή επιτυχία και την καθιέρωση του ονόματος – ιδιαίτερα μετά τη συνεργασία με τη Madonna το 1993 – ο οίκος έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο επικρίσεων, με κατηγορίες για ρατσισμό και ομοφοβία, γεγονότα που επηρέασαν και τη θέση του σε αγορές όπως η κινεζική.

Παρά τις προκλήσεις, οι δύο σχεδιαστές συνεχίζουν να διατηρούν κοινή δημιουργική γραμμή, παραμένοντας πιστοί στη διαχρονική ταυτότητα του brand και αποφεύγοντας τις εφήμερες τάσεις.

Η αποχώρηση του Gabbana από τη διοικητική ηγεσία ενδέχεται να σηματοδοτεί είτε το κλείσιμο ενός κύκλου είτε μια στρατηγική επανεκκίνηση, με την επόμενη ημέρα του οίκου να εξαρτάται από τις αποφάσεις σε διοικητικό και χρηματοοικονομικό επίπεδο.