Το βράδυ της Κυριακής, αεροσκάφη που μετέφεραν υπουργούς Άμυνας κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Κύπρο βρέθηκαν αντιμέτωπα με τουρκικές παρενοχλήσεις και παρεμβολές. Και το ένα ήταν το αεροσκάφος του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια. Τα άλλα ήταν αεροσκάφη που μετέφεραν τους υπουργούς Άμυνας της Γαλλίας και της Ολλανδίας.
Τη Δευτέρα, όμως, η Ευρώπη προτίμησε να μη σηκώσει πολλή σκόνη. Ίσως γιατί όταν πρόκειται για την Τουρκία, η ευρωπαϊκή ευαισθησία συχνά χορταίνει πιο εύκολα με χαλούμι, σεφταλιές και κουπέπια παρά με αρχές, κυριαρχικά δικαιώματα και πολιτικό θάρρος.
Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι πιο εκκωφαντική από οποιαδήποτε δήλωση. Και στη Λευκωσία η Ε.Ε. μάς προσέφερε μία τέτοια στιγμή.
Δεν μιλάμε, όμως, για κάποιο επεισόδιο που αφορά μόνο την Αθήνα ή μόνο τη Λευκωσία. Μιλάμε για περιστατικό που αφορά ευθέως την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφορά υπουργούς Άμυνας κρατών-μελών της. Αφορά την ασφάλεια πτήσεων. Αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος της ΕΕ. Αφορά την τουρκική συμπεριφορά απέναντι σε ευρωπαϊκή αποστολή, μέσα σε ένα ήδη ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Και όμως, η δημόσια αντίδραση της Ευρώπης υπήρξε, για ακόμη μία φορά, κατώτερη των περιστάσεων.
Η εικόνα που έμεινε δεν ήταν μια καθαρή, αυστηρή, θεσμική προειδοποίηση προς την Άγκυρα. Δεν ήταν μία ευρωπαϊκή φωνή που να λέει ότι η ασφάλεια των υπουργών Άμυνας της Ένωσης δεν είναι πεδίο τουρκικών παιχνιδιών. Δεν ήταν μία δήλωση που να υπενθυμίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι γκρίζα ζώνη, ούτε χώρος όπου ο καθένας μπορεί να παίζει με ασυρμάτους, FIR, αεροσκάφη και εντυπώσεις.
Η εικόνα που έμεινε ήταν άλλη: το δείπνο.
Η Κάγια Κάλας εμφανίστηκε εντυπωσιασμένη από το κυπριακό τραπέζι, σχολιάζοντας περίπου ότι αρκετοί υπουργοί δεν χρειάστηκαν πρωινό. Ωραία. Χαίρομαι που οι Ευρωπαίοι υπουργοί έφαγαν καλά. Η κυπριακή φιλοξενία είναι γνωστή, γενναιόδωρη και πραγματικά απολαυστική. Χαλούμι, σεφταλιές, κουπέπια, ίσως και ζιβανία, ίσως και κουμανταρία. Όλα εξαιρετικά.
Το πρόβλημα είναι ότι την ώρα που η Άγκυρα έδινε ακόμη ένα δείγμα της γνωστής της προκλητικότητας, η δημόσια ευρωπαϊκή εικόνα θύμιζε περισσότερο γαστρονομικό σχόλιο παρά πολιτική αντίδραση.
Πάλι καλά που δεν ακούσαμε ότι το πρωί, με γεμάτο στομάχι από το προηγούμενο βράδυ, κάποιοι περιορίστηκαν σε ένα ζεστό τουρκικό τσάι ή σε ένα ποτήρι ayran, αυτόν τον αλμυρό αφρό γιαουρτιού που διαφημίζεται και ως δυναμωτικός και, όπως λένε, δεν φορτώνει πολλές θερμίδες. Διότι καμιά φορά η Ευρώπη δείχνει να μετράει τις θερμίδες της πολύ πιο προσεκτικά από όσο μετράει τις παραβιάσεις, τις παρενοχλήσεις και τις προσβολές της Άγκυρας.
Αυτή είναι η ουσία. Όχι αν έφαγαν καλά. Να φάνε. Και να ξαναφάνε. Η Κύπρος ξέρει να φιλοξενεί. Το θέμα είναι αν, μετά το δείπνο, είχαν την πολιτική όρεξη να πουν τα πράγματα με το όνομά τους.
Διότι η Τουρκία δεν δοκιμάζει μόνο αντοχές στον αέρα. Δοκιμάζει αντοχές στις Βρυξέλλες. Μετράει αντιδράσεις. Υπολογίζει κόστος. Στέλνει μηνύματα. Κι όταν απέναντί της βρίσκει σιωπή, μισόλογα ή κομψές διπλωματικές διατυπώσεις, αντιλαμβάνεται αυτό που αντιλαμβάνεται πάντα: ότι μπορεί να συνεχίσει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκπαιδευτεί να υψώνει τον τόνο εκεί όπου δεν διακυβεύονται μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Εκεί όπου η πολιτική αρετή είναι φθηνή, εμφανίζεται γενναία. Εκεί όπου αρχίζουν οι βιομηχανίες, οι εξαγωγές, τα συμβόλαια, τα δισεκατομμύρια και οι αμυντικές μπίζνες, η γενναιότητα γίνεται προσεκτική. Πολύ προσεκτική.
Δεν είναι μυστικό ότι ευρωπαϊκές χώρες έχουν βαθιά οικονομικά, εμπορικά και βιομηχανικά συμφέροντα με την Τουρκία. Δεν είναι μυστικό ότι η Άγκυρα αποτελεί κρίσιμο πελάτη, εταίρο, διαμεσολαβητή, εκβιαστή και συνομιλητή ταυτόχρονα. Δεν είναι μυστικό ότι σε κάποιες πρωτεύουσες η Τουρκία αντιμετωπίζεται λιγότερο ως αναθεωρητική δύναμη και περισσότερο ως αγορά, ως εργοστάσιο, ως γεωπολιτικό πέρασμα, ως πεδίο συμβολαίων.
Από κοντά οι Γερμανοί, από κοντά οι Ιταλοί, από κοντά οι Βέλγοι, από κοντά και άλλοι πρόθυμοι της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Όλοι μιλούν για αρχές. Όλοι επικαλούνται το διεθνές δίκαιο. Όλοι φωτογραφίζονται σε συνόδους, κάτω από σημαίες και μπροστά σε λογότυπα. Αλλά όταν το πρόβλημα λέγεται Τουρκία και το κόστος μιας καθαρής στάσης μπορεί να αγγίξει συμφέροντα, τότε οι φωνές χαμηλώνουν.
Και είναι, δυστυχώς, αυτή η ευρωπαϊκή υποκρισία που τρέφει την τουρκική αυτοπεποίθηση.
Οι προύχοντες των Βρυξελλών και των διεθνών οργανισμών έχουν μάθει την καλή ζωή. Τα επίσημα δείπνα, τα ιδιωτικά αεροπλάνα, τις σουίτες, τα γεύματα εργασίας, τα χαμόγελα μπροστά στις κάμερες, τις δηλώσεις χωρίς περιεχόμενο. Και αν περισσέψει λίγος χρόνος ανάμεσα στο επιδόρπιο και την αναχώρηση, μπορούν ίσως να ασχοληθούν και με την Τουρκία.
Μόνο που η Τουρκία δεν περιμένει να τελειώσει το δείπνο.
Η Τουρκία δρα. Παρενοχλεί. Πιέζει. Δοκιμάζει. Επενδύει στην αδράνεια των άλλων. Και όσο η Ευρώπη αποφεύγει να της βάλει πραγματικό πολιτικό κόστος, τόσο θα συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να έχει απέναντί της όχι Ένωση 27 κρατών, αλλά μια λέσχη ευγενικών συνδαιτυμόνων που δεν θέλουν να χαλάσουν την ατμόσφαιρα.
Η Λευκωσία, όμως, δεν ήταν μια απλή συνάντηση. Ήταν μια δοκιμασία αξιοπιστίας.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αντιδράσει καθαρά όταν παρενοχλούνται αεροσκάφη που μεταφέρουν υπουργούς Άμυνας κρατών-μελών της, τότε πότε ακριβώς θα αντιδράσει; Αν δεν μπορεί να στηρίξει δημόσια και απερίφραστα την Κυπριακή Δημοκρατία μέσα στην ίδια της την επικράτεια, τότε τι νόημα έχει η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη; Αν η ασφάλεια των Ευρωπαίων αξιωματούχων γίνεται αντικείμενο τουρκικής επίδειξης ισχύος και οι Βρυξέλλες το περνούν στα ψιλά, τότε τι μήνυμα στέλνουν σε Αθήνα, Λευκωσία και Άγκυρα;
Η απάντηση είναι δυσάρεστη.
Στέλνουν το μήνυμα ότι η Τουρκία μπορεί να προκαλεί, αρκεί να μη χαλάει εντελώς το τραπέζι. Ότι η Κύπρος μπορεί να είναι ευρωπαϊκή, αλλά όχι τόσο ευρωπαϊκή ώστε να συγκρουστούμε σοβαρά για χάρη της. Ότι η Ελλάδα μπορεί να διαμαρτύρεται, αλλά στο τέλος θα της ζητηθεί και πάλι να δείξει ψυχραιμία. Ότι οι αρχές είναι καλές για τις ανακοινώσεις, ενώ τα συμφέροντα γράφουν την πραγματική πολιτική.