Μια συνέντευξη που ξεκίνησε ως συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη εξελίχθηκε σε μια από τις πιο δύσκολες δημόσιες εμφανίσεις του Έλον Μασκ. Απέναντί του βρέθηκε η αρχισυντάκτρια του βρετανικού περιοδικού Economist, Ζάνι Μίντον Μπέντοους, η οποία δεν αρκέστηκε στις εντυπωσιακές προβλέψεις του επιχειρηματία, αλλά απαίτησε συγκεκριμένες απαντήσεις σε κάθε ισχυρισμό του.
Ο Μασκ ξεκίνησε επαναλαμβάνοντας τη γνωστή του θέση ότι μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα ξεπεράσει την ανθρώπινη ευφυΐα και πως σε περίπου μία δεκαετία ο κόσμος θα έχει περάσει σε μια εποχή αφθονίας, όπου σχεδόν όλα θα παράγονται από ρομπότ και τα χρήματα θα χάσουν την αξία τους. Οι άνθρωποι, είπε, θα εργάζονται μόνο αν το επιθυμούν, περισσότερο ως χόμπι παρά από ανάγκη.
Η δημοσιογράφος όμως δεν άφησε τη συζήτηση να μείνει στη θεωρία. Τον ρώτησε πώς ακριβώς θα επιβιώσουν οι επιχειρήσεις του, όπως η Tesla και η SpaceX, σε έναν κόσμο όπου, όπως υποστήριζε, «τα χρήματα δεν θα έχουν πλέον σημασία». Ο Μασκ απάντησε γενικά ότι η οικονομία θα είναι σχεδόν απεριόριστη χάρη στα ρομπότ και την τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς όμως να εξηγήσει τον μηχανισμό λειτουργίας αυτού του μοντέλου.
Η Μπέντοους επέμεινε ακόμη περισσότερο. «Πώς θα εξασφαλιστεί υψηλό εισόδημα για όλους;» ήταν η επόμενη ερώτησή της. Τότε ο Μασκ πρότεινε ότι το κράτος θα μπορούσε απλώς να εκδίδει επιταγές προς τους πολίτες. Όταν η δημοσιογράφος του επισήμανε ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε πληθωρισμό, εκείνος υποστήριξε πως θα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, επειδή η παραγωγή αγαθών θα ήταν τόσο μεγάλη ώστε η αφθονία θα εξουδετέρωνε κάθε πληθωριστική πίεση.
Η αρχισυντάκτρια δεν σταμάτησε εκεί. Όταν ο Μασκ παρέπεμψε στα βιβλία του Ίαν Μπανκς ως παράδειγμα της κοινωνίας που οραματίζεται, του υπενθύμισε ότι ο διάσημος συγγραφέας ήταν δηλωμένος σοσιαλιστής. Ο επιχειρηματίας έσπευσε να αποστασιοποιηθεί, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ονειρεύεται περισσότερο έναν κόσμο σαν εκείνον του Star Trek.
Η συζήτηση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν η δημοσιογράφος έθεσε το θέμα των περικοπών στη διεθνή βοήθεια μέσω της USAID. Του επισήμανε ότι, σύμφωνα με πολλές αναφορές, οι περικοπές αυτές συνδέθηκαν με ανθρώπινες απώλειες. Ο Μασκ το αρνήθηκε κατηγορηματικά, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές υπηρεσίες μεταφέρθηκαν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ότι ο ίδιος απλώς εξάλειψε περιπτώσεις σπατάλης και απάτης.
Στη συνέχεια, η Μπέντοους τον πίεσε για την πολιτική του στάση, υπενθυμίζοντάς του ότι έχει εκφράσει δημόσια στήριξη σε ακροδεξιούς πολιτικούς και ιδιαίτερα στο γερμανικό AfD. Τον ρώτησε πώς μπορεί να μιλά για ένα ουτοπικό μέλλον συνεργασίας και ταυτόχρονα να περιγράφει την Ευρώπη ως μια ήπειρο που καταρρέει εξαιτίας της μετανάστευσης. Η απάντηση του Μασκ ήταν σύντομη: «Δεν θεωρώ ότι αυτές οι απόψεις είναι ασυνεπείς», χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Όταν η συζήτηση έφτασε στις κατηγορίες περί ρατσισμού, ο Μασκ υπερασπίστηκε τον εαυτό του επικαλούμενος την ινδικής καταγωγής σύντροφό του, τα παιδιά τους και τη φυλετική πολυμορφία των εταιρειών του. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε ευθέως αν διατηρεί αρνητικές απόψεις για τους μουσουλμάνους, απέφυγε να δώσει μια ξεκάθαρη αρνητική απάντηση.
Στο τέλος της συνέντευξης ο δισεκατομμυριούχος εμφανίστηκε εμφανώς εκνευρισμένος, στρέφοντας τα πυρά του στα μέσα ενημέρωσης. Υποστήριξε ότι οι εκατοντάδες εκατομμύρια ακόλουθοί του στο Χ αποδεικνύουν πως ο κόσμος τον εμπιστεύεται περισσότερο από τους δημοσιογράφους. Επιχείρησε μάλιστα να επικρίνει το Economist, λέγοντας ότι ασχολείται περισσότερο με άλλα ζητήματα παρά με τις επιπτώσεις της ζέστης. Η απάντηση της Ζάνι Μίντον Μπέντοους ήταν άμεση και ψύχραιμη: το περιοδικό είχε ήδη δημοσιεύσει εκτενές αφιέρωμα ακριβώς για αυτό το θέμα. Μια λεπτομέρεια που φάνηκε να αιφνιδιάζει τον Μασκ και αποτέλεσε το ιδανικό φινάλε μιας συνέντευξης που πολλοί χαρακτήρισαν πραγματικό μάθημα δημοσιογραφικής επιμονής.