Την ημέρα του φονικού σεισμού των 7,4 Ρίχτερ στην Κολομβία, με τους 285 νεκρούς και τα κτίρια που κατέρρευσαν εγκλωβίζοντας εκατοντάδες ανθρώπους, 69 χιλιόμετρα δυτικά από το επίκεντρο του σεισμού στην πόλη Αρμενία της Κολομβίας η εικόνα του ισχυρού σεισμού ήταν εντελώς διαφορετική.
Οι κάτοικοι είχαν ξυπνήσει κι ετοιμάζονταν να πάνε στις δουλειές τους όταν η γη άρχισε να τρέμει ξυπνώντα μνήμες του 1999. Τότε, που μια ισχυρή δόνηση 6,2 βαθμών είχε καταστρέψει το 60% των κτιρίων στην πρωτεύουσα του νομού Κίντιο και είχε στοιχίσει τη ζωή σε σχεδόν 1.000 ανθρώπους.
Αυτή τη φορά, όμως, στην πόλη αυτή δεν έπεσε κανένα σπίτι και δεν πέθανε κανένας άνθρωπος.
Δεν ήταν μόνο οι ασκήσεις ετοιμότητας που πραγματοποιούνται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο στην πόλη, ώτσε όσοι βρίσκονταν στα σπίτια τους, έπεσαν δίπλα στο κρεβάτι, ελπίζοντας ότι σε περίπτωση κατάρρευσης θα δημιουργούνταν ένας χώρος που θα μπορούσε να την προστατεύσει, αλλά και οι ίδιες οι υποδομές της πόλης που κράτησαν.
Το παράδειγμα της Αρμενίας
Στην Αρμενία, όμως, μια πόλη περίπου 300.000 κατοίκων που βρίσκεται μόλις 43 μίλια – περίπου 69 χιλιόμετρα – από το επίκεντρο, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική: κανένα κτίριο δεν κατέρρευσε, δεν χρειάστηκε να πραγματοποιηθούν επιχειρήσεις διάσωσης και δεν έχασε τη ζωή του κανείς κάτοικος.
Την ίδια στιγμή, στις γειτονικές πόλεις Περέιρα και Μανισάλες καταγράφηκαν δεκάδες θάνατοι, ενώ στο Κάλι, που βρίσκεται σε υπερδιπλάσια απόσταση από το επίκεντρο σε σχέση με την Αρμενία, οι νεκροί ήταν τουλάχιστον 95.
Οι Κολομβιανοί άρχισαν να αποκαλούν την Αρμενία «La Ciudad Milagro» – «Η Πόλη του Θαύματος». Για τους μηχανικούς και τους αξιωματούχους που συμμετείχαν στην ανοικοδόμησή της μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999, όμως, αυτό που συνέβη δεν είχε καμία σχέση με θαύμα. Ήταν αποτέλεσμα 27 χρόνων σχεδιασμού, αυστηρότερων κατασκευών και συστηματικής προετοιμασίας.
«Προετοιμαζόμαστε. Έχουμε ενισχύσει τα συστήματα ανακούφισης και διάσωσης», δήλωσε ο δήμαρχος Τζέιμς Παντίγια σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό. «Όλες αυτές οι ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια είναι αυτές που έκαναν την Αρμενία μια αντισεισμική πόλη».
Οι ασκήσεις, ωστόσο, ήταν μόνο ένα μέρος της απάντησης. Η καταστροφή του 1999 έδωσε στην πόλη την ευκαιρία να ξαναχτιστεί από την αρχή με πολύ αυστηρότερες προδιαγραφές.
«Ο σεισμός πήρε όλες τις παλαιότερες, κακοχτισμένες κατασκευές και τις γκρέμισε», εξηγεί στη Washington Post ο πολιτικός μηχανικός Ομάρ Καρντόνα, ένας από τους σημαντικότερους ειδικούς της Κολομβίας στον σεισμικό κίνδυνο. «Η Αρμενία δεν έχει πλέον τα παλιά κτίρια που εξακολουθούν να υπάρχουν σε άλλες πόλεις. Και αυτός είναι ένας λογαριασμός που οι σεισμοί έρχονται πάντα να εισπράξουν».
Το σχέδιο ανοικοδόμησης μετά την καταστροφή του 1999
Μετά τον σεισμό, η Κολομβία δημιούργησε ένα ταμείο ύψους 1 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση της ζώνης παραγωγής καφέ.
Το Ταμείο Ανασυγκρότησης του Άξονα του Καφέ (FOREC) χώρισε την Αρμενία σε 15 ζώνες, ανάλογα με τη γεωγραφία και το μέγεθος των καταστροφών. Κάθε ζώνη ανατέθηκε σε μια μη κυβερνητική οργάνωση, με πολεοδόμους και κοινωνικούς λειτουργούς που συνεργάζονταν με μηχανικούς και σεισμολόγους. Αποστολή τους ήταν να καταγράψουν τις ζημιές, να σχεδιάσουν τα έργα ανοικοδόμησης και στη συνέχεια να διαχειριστούν τα αντίστοιχα κονδύλια.
Ο τότε εκτελεστικός διευθυντής του ταμείου, Εβεράρδο Μουρίγιο, περιέγραψε τη φιλοσοφία με τέσσερις λέξεις: «αργός σχεδιασμός, γρήγορη εκτέλεση».
Οι τρεις αποφάσεις που έκαναν τη διαφορά
Σύμφωνα με όσα είπε στην Post ο Τζαχίρ Ροντρίγκες, ο οποίος το 1999 ήταν επικεφαλής πολεοδομικού σχεδιασμού και της υπηρεσίας αντιμετώπισης καταστροφών της Αρμενίας, τρεις αποφάσεις αποδείχθηκαν καθοριστικές στον νέο σεισμό.
Πρώτον, η Αρμενία έγινε μία από τις πρώτες πόλεις της Κολομβίας που πραγματοποίησαν λεπτομερή μικροζωνική μελέτη, χαρτογραφώντας οικοδομικό τετράγωνο προς οικοδομικό τετράγωνο τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το έδαφος σε έναν σεισμό.
Δεύτερον, απαγορεύτηκαν οι νέες κατασκευές σε χαλαρά εδάφη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν τη σεισμική δόνηση. Και τρίτον, εφαρμόστηκαν αυστηροί και επικαιροποιημένοι οικοδομικοί κανονισμοί.
Ο εθνικός αντισεισμικός κανονισμός της Κολομβίας, ο οποίος αναθεωρήθηκε τελευταία φορά το 2010, έχει έναν σαφή στόχο: τα κτίρια να μην καταρρέουν και να προστατεύονται οι ανθρώπινες ζωές. Ένας μικρός σεισμός δεν θα πρέπει να προκαλεί ζημιές, ενώ ένας πολύ ισχυρός μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες, όχι όμως κατάρρευση.
Το πρόβλημα δεν είναι οι νόμοι, αλλά η εφαρμογή τους: Κτίρια χτισμένα… από γύψο!
Το μεγάλο πρόβλημα στην Κολομβία, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν είναι η ποιότητα των αντισεισμικών κανονισμών, αλλά το κατά πόσο εφαρμόζονται, ιδιαίτερα στην αυθαίρετη και άτυπη δόμηση.
Μηχανικοί παρακάμπτουν ορισμένες φορές τις προδιαγραφές, όπως αναφέρει ο Ροντρίγκες, «μερικές φορές με τη συνενοχή της δημόσιας διοίκησης που εγκρίνει το έργο».
Την Τρίτη, μία ημέρα μετά τον σεισμό, ο ίδιος εξέτασε στην Περέιρα τα ερείπια ενός κτιρίου ηλικίας μόλις ενός έτους. Όλοι θεωρούσαν ότι είχε κατασκευαστεί από τούβλα. Όπως διαπιστώθηκε, όμως, ήταν από γύψο!
Στην Μπογκοτά, σύμφωνα με τον Καρντόνα, περίπου το 70% των κατασκευών είναι άτυπες. Ο ίδιος έχει δημιουργήσει ένα εικονογραφημένο εγχειρίδιο για να δείξει στους τεχνίτες πώς μπορούν να κατασκευάζουν ασφαλέστερα σπίτια ενός ή δύο ορόφων, χωρίς να διαθέτουν πτυχίο πολιτικού μηχανικού. «Οι άνθρωποι θα χτίσουν», είναι η λογική του. «Το ζητούμενο είναι να χτίσουν καλύτερα».
Τόσο το FOREC όσο και ο Καρντόνα έχουν τιμηθεί με το βραβείο Sasakawa του Γραφείου του ΟΗΕ για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών για τη συμβολή τους στον συγκεκριμένο τομέα. Και για τον Καρντόνα, το μάθημα από την Αρμενία είναι ξεκάθαρο: «Το να επιβιώσεις από έναν σεισμό δεν είναι θέμα τύχης. Είναι θέμα μηχανικής, είναι θέμα επιστήμης. Υπάρχει τρόπος να κατασκευάσεις κτίρια που δεν καταρρέουν, όσο τρομακτικά ισχυρός κι αν είναι ο σεισμός».