Μια τραγική ιστορία, από τις χιλιάδες που φέρνουν μαζί τους οι μετανάστες σε κάθε σημείο του πλανήτη που είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος, είναι κι αυτή της 26χρονης Φατέν Μπεν Ομάρ Ελ Αζίζι.
Ενα νεαρό κορίτσι, που ξεκίνησε το ταξίδι προς την ελευθερία,αλλά έμελλε να λήξει άδοξα στη Θέουτα, όπου είτε πνίγηκε στην προσπάθειά της να περάσει σε Ισπανικό έδαφος ή καταπατήθηκε στα σύνορα από τους χιλιάδες συμπατριώτες της.
Η Φατέν ήταν ποδοσφαιρίστρια και μία από τους 141 μετανάστες που έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθεια τους να περάσουν στην Ισπανία. Η ειρωνία, είναι ότι εκείνη την ημέρα, εκδόθηκε η βίζα της.
Η Φατέν αγωνιζόταν για χρόνια στο περιφερειακό πρωτάθλημα του Μαρόκου με τη Moghreb Atlético Tetuán. Ζούσε στην πόλη Τετουάν, στο βόρειο Μαρόκο, μαζί με τη μητέρα και την υπόλοιπη οικογένειά της και αντιμετώπιζε τα ίδια οικονομικά προβλήματα όπως οι περισσότεροι Μαροκινοί.
Την ημέρα που έφτασε στα ανοιχτά της Θέουτα βρίσκοντας τραγικό θάνατο, η μητέρα της έμαθε τηλεφωνικώς ότι η βίζα της κόρης της επιτέλους εκδόθηκε. Αυτό το νεαρό κορίτσι θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή της αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε.
Ο προπονητής της μίλησε για το πόσο αγαπούσε το ποδόσφαιρο αλλά και για τις οικονομικές δυσκολίες που εκείνη αντιμετώπιζε. Όταν η ομάδα της κέρδιζε, η Φατέν λάμβανε περίπου 260 ντιρχάμ, δηλαδή περίπου 25 ευρώ, ενώ στις ήττες δεν πληρωνόταν καθόλου.
Με αυτά τα χρήματα ήταν αδύνατον να βοηθήσει ουσιαστικά τη μητέρα της, τα δύο αδέλφια της και άλλους συγγενείς. Ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν μόλις 12 χρόνων.
Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, η 26χρονη εργαζόταν ταυτόχρονα και στο νεκροταφείο της Τετουάν. Φρόντιζε να καθαρίζει τάφους και να πουλά στις οικογένειες των νεκρών ματσάκια από βασιλικό, όπως προβλέπει η παράδοση.
Μετά την τραγωδία, η Φατέν θάφτηκε στο ίδιο νεκροταφείο όπου δούλευε.
«Ονειρευόταν να φτάσει στην Ευρώπη μέσω του ποδοσφαίρου», λέει στον Guardian η μητέρα της Τζαμίλα.
Το πρωί της 30ης Ιουλίου, η μητέρα της 26χρονης δέχθηκε ένα τηλεφώνημα. Ο άνθρωπος στην άλλη άκρη της γραμμής ζήτησε να μιλήσει στη Φατέν και αφού δεν την βρήκε, ενημέρωσε την μητέρα της πως η ισπανική βίζα της είχε εγκριθεί.
Η Τζαμίλα δεν γνώριζε καν ότι η κόρη της είχε υποβάλει αίτηση για βίζα και δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί, έχοντας ήδη καταθέσει την αίτηση, αποφάσισε ξαφνικά να διακινδυνεύσει τη ζωή της για να φτάσει στη Θέουτα. Αυτό που πιστεύει είναι πως η Φατέν είχε κάνει την αίτηση με ανεπίσημο τρόπο και δεν περίμενε ότι θα εγκρινόταν.
Η μητέρα της δεν βρήκε τη δύναμη να μπει στον χώρο όπου φυλάσσονταν οι σοροί των θυμάτων. «Δεν ήθελα αυτή η εικόνα να χαραχτεί στη μνήμη μου», λέει. Τελικά, ήταν η αδελφή της Τζαμίλα εκείνη που μπήκε για να αναγνωρίσει τη σορό της Φατέν.
Η Τζαμίλα ανακάλυψε ότι είχαν φύγει και τα άλλα δύο παιδιά της για Θέουτα . Ο μεγαλύτερος γιος της κατάφερε να φτάσει στην ισπανική κοινότητα ενώ παραμένει άγνωστο το που είναι η 14χρονη κόρη της. «Τώρα είμαι μόνη, χωρίς τα παιδιά μου», λέει υποβασταζόμενη.