Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν στην Ελβετία έκλεισε έπειτα από περίπου 80 λεπτά, με τις αντιπροσωπείες να αποσύρονται για εσωτερικές διαβουλεύσεις. Η εικόνα που μεταδίδουν διεθνή μέσα ενημέρωσης είναι αυτή μιας διαπραγμάτευσης που ξεκίνησε, αλλά μπήκε αμέσως στα δύσκολα: ο Λίβανος, τα Στενά του Ορμούζ, οι πετρελαϊκές κυρώσεις και τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια φαίνεται πως προηγήθηκαν του πυρηνικού φακέλου.
Πιό συγκεκριμένα:
Στο Μπούργκενστοκ, το ελβετικό θέρετρο πάνω από τη λίμνη της Λουκέρνης, η διπλωματία επέστρεψε στο τραπέζι με βαρύ φόντο: τον πόλεμο στον Λίβανο, τις ιρανικές απειλές για τα Στενά του Ορμούζ και την προσπάθεια να μετατραπεί το προσωρινό μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν σε κάτι που να μπορεί να αντέξει περισσότερο από μερικές ημέρες.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο Fars, που επικαλούνται διεθνή μέσα, ο πρώτος γύρος των τετραμερών συνομιλιών, με ΗΠΑ, Ιράν, Κατάρ και Πακιστάν, διήρκεσε περίπου 80 λεπτά και στη συνέχεια διακόπηκε για «εσωτερικές διαβουλεύσεις». Η διατύπωση έχει σημασία: δεν πρόκειται για επίσημη κατάρρευση των συνομιλιών, αλλά για παύση σε ένα εξαιρετικά φορτισμένο παζάρι.
Ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε ότι κατά την πρώτη αυτή συνεδρίαση δεν έγινε ουσιαστική διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Αντίθετα, το βάρος έπεσε στην εφαρμογή του μνημονίου κατανόησης που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα, με την ιρανική πλευρά να επιμένει ότι η πρώτη προϋπόθεση είναι η παύση των εχθροπραξιών «σε όλα τα μέτωπα», και κυρίως στον Λίβανο.
Αυτό είναι και το βασικό σημείο της ιρανικής γραμμής: η Τεχεράνη δεν θέλει να περάσει κατευθείαν στον πυρηνικό φάκελο εάν δεν θεωρήσει ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να συγκρατήσει το Ισραήλ στον Λίβανο. Η ιρανική πλευρά συνδέει έτσι την πρόοδο στις συνομιλίες με τη Χεζμπολάχ, τις ισραηλινές επιχειρήσεις στο νότιο Λίβανο και τη συνολική εφαρμογή της κατάπαυσης του πυρός.
Από αμερικανικής πλευράς, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς εμφανίστηκε με σαφώς πιο ήπιο τόνο από τον Ντόναλντ Τραμπ. Μίλησε για δυνατότητα να ανοίξει μια «νέα σελίδα» στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν και για μια ευκαιρία να αλλάξει μόνιμα η περιφερειακή εξίσωση. Ωστόσο, την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέβαζε την πίεση με νέα απειλητικά μηνύματα προς την Τεχεράνη, ζητώντας να σταματήσουν οι ιρανικές «πληρεξούσιες» δυνάμεις στον Λίβανο και προειδοποιώντας για νέα αμερικανικά πλήγματα.
Η διπλή αυτή εικόνα, Βανς με γλώσσα διαλόγου, Τραμπ με γλώσσα ισχύος, είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική αντιπροσωπεία, στην οποία συμμετέχουν επίσης οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, θέλει να κρατήσει την Τεχεράνη στο τραπέζι, αλλά χωρίς να εγκαταλείψει τον μοχλό της στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης.
Το Ιράν, από την άλλη, δείχνει ότι θα χρησιμοποιήσει κάθε διαθέσιμο χαρτί. Και το πιο βαρύ από αυτά παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι επανέφερε περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα ως απάντηση στις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο. Οι ΗΠΑ αμφισβητούν ότι τα Στενά έχουν όντως κλείσει πλήρως, υποστηρίζοντας ότι εμπορικά πλοία συνέχισαν να διέρχονται.
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα, όμως, υπάρχει μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Για το Ιράν, το ζήτημα δεν είναι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα. Είναι οι πετρελαϊκές εξαγωγές, οι κυρώσεις, η πρόσβαση σε παγωμένα κεφάλαια και η αποκατάσταση μιας οικονομικής αναπνοής που η Τεχεράνη θεωρεί αναγκαία πριν δεσμευτεί σε ευρύτερες παραχωρήσεις.
Για την Ουάσιγκτον, το στοίχημα είναι τριπλό: να μείνει ανοιχτό το πέρασμα του Ορμούζ, να υπάρξει πραγματική διαδικασία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και να μη διαλυθεί η εύθραυστη συμφωνία από τις εξελίξεις στον Λίβανο. Διεθνή μέσα σημειώνουν ότι η συμφωνία δίνει ουσιαστικά ένα παράθυρο 60 ημερών, μέσα στο οποίο οι πλευρές πρέπει να περάσουν από το προσωρινό πλαίσιο σε μια πιο συγκεκριμένη διευθέτηση.
Το Πακιστάν και το Κατάρ εμφανίζονται σε ρόλο μεσολαβητών, με την παρουσία τους να δείχνει ότι οι συνομιλίες δεν είναι απλώς μια διμερής αμερικανοϊρανική διαπραγμάτευση, αλλά μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής προσπάθειας. Η απουσία κοινής δημόσιας εικόνας ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ιρανούς αξιωματούχους, όπως σημειώνουν ανταποκριτές διεθνών δικτύων, δείχνει και το επίπεδο δυσπιστίας που παραμένει στο δωμάτιο.
Η πρώτη ανάγνωση μετά το 80λεπτο είναι ότι οι συνομιλίες ξεκίνησαν, αλλά δεν έχουν ακόμη μπει στον πιο δύσκολο πυρήνα τους. Το Ιράν θέλει πρώτα εγγυήσεις για τον Λίβανο, πετρέλαιο και χρήμα. Οι ΗΠΑ θέλουν εγγυήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και για την απρόσκοπτη ροή ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο. Το Ισραήλ, αν και εκτός τραπεζιού, παραμένει παρών σε κάθε γραμμή της διαπραγμάτευσης.
Αυτό που έκλεισε στην Ελβετία δεν είναι η υπόθεση. Είναι μόνο ο πρώτος γύρος. Και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ΗΠΑ και Ιράν μπορούν να καθίσουν στο ίδιο διπλωματικό πλαίσιο. Αυτό έγινε. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να αντέξουν τις πιέσεις που έρχονται απ’ έξω. Από τον Λίβανο, το Ισραήλ, τα Στενά του Ορμούζ, τις αγορές ενέργειας και, κυρίως, από τη βαθιά αμοιβαία δυσπιστία που δεν λύνεται σε 80 λεπτά.