Περισσότερα από 200 πολιτικά διαφημιστικά σποτ που δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη έχουν εντοπιστεί στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, με τις σχετικές δαπάνες να ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια δολάρια, αποκαλύπτει σχετικό δημοσίευμα της El Pais. Ωστόσο, η απουσία ενιαίου ομοσπονδιακού πλαισίου για τη χρήση της τεχνολογίας προκαλεί ανησυχία για τις πιθανές επιπτώσεις της στους ψηφοφόρους.
Σύμφωνα με το Wesleyan Media Project, πανεπιστημιακό ερευνητικό πρόγραμμα που παρακολουθεί τις δαπάνες πολιτικής διαφήμισης, ο αριθμός των διαφημίσεων αυξάνεται συνεχώς. «Προσθέτουμε στη βάση δεδομένων μας νέες διαφημίσεις που εντοπίζουμε ότι έχουν δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη σχεδόν καθημερινά», δήλωσε ο διευθυντής του προγράμματος, Τράβις Ριντόουτ.
Η τεχνολογία επιτρέπει σε υποψηφίους και ομάδες συμφερόντων να δημιουργούν εντυπωσιακά βίντεο με χαμηλότερο κόστος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρες σκηνές κατασκευάζονται ψηφιακά, ενώ σε άλλες αλλοιώνονται εικόνες και ήχοι πραγματικών προσώπων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί διαφημιστικό σποτ κατά του Τζέιμς Ταλαρίκο, υποψηφίου των Δημοκρατικών για τη Γερουσία από το Τέξας. Στο βίντεο, που διακινήθηκε από την εκστρατεία του αντιπάλου του, Κεν Πάξτον, ο Ταλαρίκο εμφανίζεται να ξαναγράφει τη Βίβλο, με τις πραγματικές δηλώσεις του να παρουσιάζονται σε ένα παραποιημένο πλαίσιο.
Ο αντίκτυπος στους ψηφοφόρους
Ο Ριντόουτ σημειώνει ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες σε μικρής κλίμακας πειράματα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τα deepfakes, δηλαδή τις υπερρεαλιστικές ψηφιακές απομιμήσεις πραγματικών προσώπων. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν τέτοιου είδους περιεχόμενο μπορεί να επηρεάσει τη στάση των πολιτών, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι είναι ψεύτικο.
«Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι αν ένας ψηφοφόρος βλέπει μια τέτοια διαφήμιση, καταλαβαίνει ότι δεν είναι αληθινή, αλλά εξακολουθεί να επηρεάζεται από αυτήν», εξηγεί.
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Political Communication, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις προεκλογικές εκστρατείες προκαλεί αρνητικές αντιδράσεις στους πολίτες, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται για τη δημιουργία παραπλανητικού περιεχομένου, όπως τα deepfakes. Τρεις μελέτες με περισσότερους από 7.600 συμμετέχοντες στις ΗΠΑ, είχαν σκοπό να εξετάσουν τις αντιλήψεις των ψηφοφόρων για διαφορετικές εφαρμογές της AI στην πολιτική.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι η αποδοκιμασία τέτοιων πρακτικών δεν οδηγεί απαραίτητα σε πολιτικό κόστος για τα κόμματα που τις χρησιμοποιούν, καθώς δεν διαπιστώθηκε σημαντική μείωση της θετικής αξιολόγησής τους. Αντίθετα, η έκθεση σε παραπλανητικές χρήσεις της τεχνητής νοημοσύνης αύξησε την υποστήριξη προς αυστηρότερες ρυθμίσεις για την τεχνολογία.
Το νομοθετικό κενό
Παρότι 31 πολιτείες έχουν θεσπίσει διαφορετικούς κανόνες για τις πολιτικές διαφημίσεις που δημιουργούνται με AI, σε ομοσπονδιακό επίπεδο δεν υπάρχει ενιαία νομοθεσία. Οι προσπάθειες για την απαγόρευση παραπλανητικών διαφημίσεων ή την υποχρεωτική επισήμανσή τους δεν έχουν προχωρήσει.
Ο Ριντόουτ εκτιμά ότι οι ενιαίοι κανόνες θα έδιναν σαφέστερες κατευθύνσεις στις προεκλογικές εκστρατείες. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η σάτιρα και η παρωδία χρησιμοποιούνται συχνά ως τρόποι αποφυγής νομικών περιορισμών.
Οι πραγματικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική επικοινωνία παραμένουν, πάντως, αβέβαιες, καθώς δεν είναι ακόμη σαφές κατά πόσο οι ψηφιακά κατασκευασμένες εικόνες μπορούν να επηρεάσουν τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.
Με πληροφορίες από: elpais.com