Η Γκλόρια Στάινεμ (Gloria Steinem), μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του αμερικανικού φεμινιστικού κινήματος, πέθανε σε ηλικία 92 ετών στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στον επαληθευμένο λογαριασμό της στο Instagram.
Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος και πολιτική ακτιβίστρια βρέθηκε στο επίκεντρο του δεύτερου κύματος του φεμινισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στον αγώνα για την ισότητα των φύλων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη, έχοντας κοντά της ανθρώπους που την αγαπούσαν.
«Τα σχεδόν εκατό χρόνια της Γκλόρια στη Γη ήταν γεμάτα ζωή και νόημα, ενώ συνέχισε να αγωνίζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Σε όλη τη διάρκεια της δράσης της, η Στάινεμ υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των γυναικών, από την ισότητα στην εργασία και το δικαίωμα στην άμβλωση έως τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.
Το όνομα και το πρόσωπό της έγιναν σχεδόν συνώνυμα με τον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών. Παρέμεινε μέχρι και μετά τα 90 της χρόνια μαχητική υπέρμαχος του φεμινισμού και άλλων προοδευτικών αιτημάτων, όπως το αντιπολεμικό κίνημα.
Η Στάινεμ έφερε τη φεμινιστική οπτική στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου μέσα από την τεκμηριωμένη δημοσιογραφική δουλειά, τις δημόσιες ομιλίες και την ακτιβιστική της δράση. Συγγραφέας εννέα βιβλίων, αγωνίστηκε κατά της ενδοοικογενειακής βίας, του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, της βιομηχανίας πορνογραφίας, καθώς και των πολέμων στο Βιετνάμ και στον Περσικό Κόλπο.
Υποστήριξε επίσης κινήματα και διεκδικήσεις όπως το Black Lives Matter, η επανένωση της Κορέας, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και το κίνημα Time’s Up. Το 1984 συνελήφθη κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας εναντίον του απαρτχάιντ έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής στην Ουάσινγκτον.
Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη δημοσιογραφία
Η ζωή της Γκλόρια Στάινεμ ήταν από νωρίς συνδεδεμένη με τις κοινωνικές ανισότητες που αργότερα θα καθόριζαν τη δημοσιογραφική και ακτιβιστική της δράση. Γεννήθηκε το 1934 στο Οχάιο και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της σε τροχόσπιτο, ενώ η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Μετά τον χωρισμό των γονιών της, εγκαταστάθηκε μαζί της στο Τολέδο, όπου άρχισε να αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες στην εργασία και στην κοινωνία.
Μετά τις σπουδές της σε γυναικείο κολέγιο, έζησε δύο χρόνια στην Ινδία και εργάστηκε ως βοηθός νομικού στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, ανέλαβε τη διεύθυνση της Independent Research Service, οργάνωσης που χρηματοδοτούνταν από τη CIA. Η ίδια παραδέχθηκε αργότερα ότι γνώριζε την προέλευση της χρηματοδότησης, δηλώνοντας: «Αν είχα ξανά την επιλογή, θα έκανα το ίδιο».
Το 1962 ξεκίνησε τη σημαντική δημοσιογραφική της πορεία με άρθρο για την αντισύλληψη. Έναν χρόνο αργότερα εργάστηκε μυστικά ως «κουνελάκι» στο Playboy Club, αποκαλύπτοντας τις συνθήκες εργασίας των γυναικών. Το ρεπορτάζ της προκάλεσε αντιδράσεις και επηρέασε την επαγγελματική της πορεία.
Η γυναίκα που έγινε σύμβολο του φεμινισμού
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η Στάινεμ άρχισε να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο φεμινιστικό κίνημα. Το 1969, μέσα από άρθρο της στο New York, ανέδειξε τη σύνδεση της φυλετικής και της έμφυλης καταπίεσης, ενώ το 1971 ίδρυσε μαζί με την Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ το περιοδικό Ms..
Η ίδια είχε μιλήσει ανοιχτά για την άμβλωση που είχε κάνει στα 22 της και συνδέθηκε με τη διεκδίκηση της «αναπαραγωγικής ελευθερίας». Παρά τον φόβο της για τις δημόσιες ομιλίες, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι σεξισμός και ρατσισμός αποτελούν αλληλένδετες μορφές κοινωνικής ανισότητας.
Στην προσωπική της ζωή, παντρεύτηκε το 2000 τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ, ενώ παρέμεινε κοντά στον θετό της γιο, τον ηθοποιό Κρίστιαν Μπέιλ. Αντιμετώπισε προβλήματα υγείας, μεταξύ άλλων καρκίνο του μαστού, όμως συνέχισε την πολιτική και κοινωνική της δράση. Υποστήριξε τη Χίλαρι Κλίντον και αντιτάχθηκε σφοδρά στον Ντόναλντ Τραμπ, συμμετέχοντας το 2017 στην Πορεία των Γυναικών στην Ουάσινγκτον.
Το 2011 είχε δηλώσει: «Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100. Υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπει να γίνουν».