Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η Ισπανία μπαίνει σε μία από τις πιο δύσκολες πολιτικές φάσεις της περιόδου Σάντσεθ. Ο πρωθυπουργός που οικοδόμησε μεγάλο μέρος της διεθνούς εικόνας του πάνω στην προοδευτική ατζέντα, την αντίσταση στην ακροδεξιά και την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με έναν εσωτερικό πολιτικό κυκλώνα: δικαστικές έρευνες γύρω από το κόμμα του, πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος και έναν πρώην σοσιαλιστή πρωθυπουργό που υπήρξε πολιτικός του μέντορας.

Στη Μαδρίτη, η λέξη «φθορά» δεν είναι πια αναλυτικό σχήμα. Είναι καθημερινότητα. Το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα, το PSOE, βρίσκεται αντιμέτωπο με αλλεπάλληλες υποθέσεις που περιλαμβάνουν καταγγελίες για μίζες, αθέμιτη επιρροή, δημόσιες συμβάσεις, χρηματοδοτήσεις, ακόμη και προσπάθειες παρέμβασης σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες. Ο ίδιος ο Πέδρο Σάντσεθ δεν έχει κατονομαστεί ως εμπλεκόμενος στις υποθέσεις. Αυτό όμως δεν αρκεί για να περιορίσει την πολιτική ζημιά.

Advertisement
Advertisement

Το πρόβλημα για τον Ισπανό πρωθυπουργό είναι ότι οι υποθέσεις αγγίζουν τον στενό του πολιτικό και προσωπικό κύκλο. Η σύζυγός του, Μπεγκόνια Γκόμεθ, βρίσκεται στο επίκεντρο έρευνας για φερόμενη αθέμιτη επιρροή. Ο αδελφός του, Νταβίντ Σάντσεθ, αντιμετωπίζει υπόθεση που συνδέεται με καταγγελίες περί ευνοιοκρατίας σε δημόσια θέση. Πρώην κορυφαία στελέχη του PSOE ελέγχονται για μίζες σε δημόσια έργα και συμβάσεις, ενώ ο πρώην υπουργός Μεταφορών Χοσέ Λουίς Άμπαλος και ο πρώην οργανωτικός γραμματέας του κόμματος Σάντος Θερδάν έχουν μετατραπεί σε σύμβολα της πολιτικής πίεσης που ασκείται πλέον στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Η πιο βαριά σκιά, ωστόσο, έρχεται από το παρελθόν του ισπανικού σοσιαλισμού. Ο Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο, πρώην πρωθυπουργός και για πολλούς «ιδεολογικός πατέρας» του Σάντσεθ, ερευνάται σε υπόθεση που συνδέεται με την αεροπορική εταιρεία Plus Ultra και με καταγγελίες για δίκτυο επιρροής και ξέπλυμα χρήματος. Ο Θαπατέρο αρνείται κάθε αδίκημα, όπως και τα υπόλοιπα πρόσωπα που εμπλέκονται στις επιμέρους υποθέσεις. Πολιτικά, όμως, η εικόνα έχει ήδη πληγεί.

Υπάρχει εδώ μια ειρωνεία που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Ο Σάντσεθ ήρθε στην εξουσία το 2018, μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης του συντηρητικού Μαριάνο Ραχόι, η οποία είχε βυθιστεί σε σκάνδαλα διαφθοράς. Ο Σάντσεθ είχε εμφανιστεί τότε ως ο άνθρωπος που θα καθάριζε το πολιτικό τοπίο. Οκτώ χρόνια αργότερα, βρίσκεται ο ίδιος υπό πίεση όχι επειδή κατηγορείται προσωπικά, αλλά επειδή η υπόσχεση της κάθαρσης επιστρέφει σαν μπούμερανγκ.

Η αντιπολίτευση μυρίζει αίμα. Το Λαϊκό Κόμμα προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ το ακροδεξιό Vox παραμένει αρκετά ισχυρό ώστε να λειτουργεί ως πιθανός ρυθμιστής για μια μελλοντική δεξιά κυβέρνηση. Αυτό είναι και το παράδοξο που κρατά ακόμη όρθιο τον Σάντσεθ. Πολλά μικρότερα κόμματα, ακόμη και όσα δηλώνουν απογοητευμένα από την κυβέρνηση, διστάζουν να στηρίξουν πρόταση μομφής που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε μια συμμαχία της δεξιάς με την ακροδεξιά.

Η κυβέρνηση, προς το παρόν, αποκλείει τις πρόωρες εκλογές. Η θητεία της λήγει τον Αύγουστο του 2027 και ο Σάντσεθ εμφανίζεται αποφασισμένος να εξαντλήσει τον χρόνο του. Όμως στην πολιτική η αριθμητική δεν είναι ποτέ αρκετή. Μπορεί μια κυβέρνηση να επιβιώνει κοινοβουλευτικά και ταυτόχρονα να μοιάζει πολιτικά εξαντλημένη. Αυτό ακριβώς είναι το σημερινό ισπανικό αδιέξοδο: μια κυβέρνηση που δεν πέφτει, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να κυβερνήσει με ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα.

Η υπόθεση αποκτά και ευρωπαϊκή διάσταση για έναν ακόμη λόγο. Τους τελευταίους μήνες, ο Πέδρο Σάντσεθ ήταν από τους ελάχιστους Ευρωπαίους ηγέτες που δεν επιχείρησαν να κρυφτούν πίσω από διπλωματικές διατυπώσεις απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Η Ισπανία αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση ισπανικού εδάφους ή εναέριου χώρου για αμερικανικές επιχειρήσεις στον πόλεμο με το Ιράν, επικαλούμενη το διεθνές δίκαιο. Ο Σάντσεθ απάντησε στις πιέσεις της Ουάσιγκτον λέγοντας ότι η Ισπανία συνεργάζεται με τους συμμάχους της, αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας.

Advertisement

Δεν είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που έχει συγκρουστεί με τον Τραμπ σε επιμέρους ζητήματα. Η Γαλλία και η Βρετανία, για παράδειγμα, κράτησαν επίσης αποστάσεις από συγκεκριμένες αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις. Ωστόσο, ο Σάντσεθ έχει καταφέρει να ταυτιστεί περισσότερο από πολλούς άλλους με μια ευρωπαϊκή γραμμή αυτονομίας απέναντι στην Ουάσιγκτον: περισσότερη ευρωπαϊκή άμυνα, λιγότερη τυφλή ευθυγράμμιση, σαφέστερη επίκληση του διεθνούς δικαίου.

Αυτό κάνει την ισπανική κρίση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία κυβέρνηση που φθείρεται από εσωτερικά σκάνδαλα. Πρόκειται για έναν πρωθυπουργό που, ενώ στο εξωτερικό προβάλλεται ως προοδευτικό αντίβαρο στον Τραμπισμό, στο εσωτερικό παλεύει με το πιο παλιό και πιο δηλητηριώδες πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής: τη διαφθορά, ή έστω την εντύπωση ότι η εξουσία αναπαράγει πάντα τους δικούς της μηχανισμούς προστασίας.

Η Ισπανία δεν είναι μόνη. Σε όλη την Ευρώπη, η διαφθορά και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς επιστρέφουν ως κοινός παρονομαστής. Στη Γαλλία, η υπόθεση της Ρασιντά Ντατί έχει φέρει ξανά στο προσκήνιο ζητήματα επιρροής, χρημάτων και δημόσιου αξιώματος. Στη Βουλγαρία, η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια συνδέεται με την πρόοδο σε μεταρρυθμίσεις κατά της διαφθοράς, ενώ η πολιτική αστάθεια των τελευταίων ετών έχει καθυστερήσει κρίσιμες αλλαγές. Στη Σλοβακία, οι παρεμβάσεις σε θεσμούς καταπολέμησης της διαφθοράς έχουν προκαλέσει ευρωπαϊκή ανησυχία. Στην Ουγγαρία, τα παγωμένα ευρωπαϊκά κονδύλια συνδέθηκαν επί χρόνια με ζητήματα κράτους δικαίου και διαφάνειας. Στη Σλοβενία, καταγγελίες για κατάχρηση δημοσίου χρήματος και αθέμιτη επιρροή σκίασαν την προεκλογική περίοδο. Στην Ελλάδα ακόμα απασχολεί η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ

Advertisement

Ακόμη και σε χώρες με ισχυρές δημοκρατικές παραδόσεις, η εικόνα δεν είναι ανέφελη. Η διαφθορά δεν εμφανίζεται πια μόνο ως βαλκανικό ή ανατολικοευρωπαϊκό πρόβλημα. Αγγίζει κυβερνήσεις, κόμματα, ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημόσιες συμβάσεις, λόμπινγκ, χρηματοδοτήσεις και τη σχέση πολιτικής εξουσίας με επιχειρηματικά συμφέροντα. Και όσο η ακρίβεια, η στέγαση, η μετανάστευση και η ανασφάλεια πιέζουν τους πολίτες, τόσο κάθε υπόθεση διαφθοράς λειτουργεί ως επιταχυντής πολιτικής οργής.

Για τον Σάντσεθ, το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν θα αντέξει. Είναι με ποιο κόστος θα αντέξει. Μπορεί να επιμείνει ότι οι υποθέσεις εργαλειοποιούνται από τη δεξιά και την ακροδεξιά. Μπορεί να επισημαίνει ότι ο ίδιος δεν κατηγορείται. Μπορεί να επικαλείται την οικονομική πορεία της Ισπανίας και τον διεθνή του ρόλο. Όλα αυτά έχουν βάση. Αλλά στην πολιτική, η εικόνα συχνά προηγείται της δικαστικής αλήθειας.

Η Ισπανία μπαίνει έτσι σε ένα θερμό καλοκαίρι, όχι με την κλασική έννοια της άμεσης κυβερνητικής πτώσης, αλλά με την πιο ύπουλη μορφή πολιτικής κρίσης: την αργή διάβρωση της εμπιστοσύνης. Και αυτή, σε μια Ευρώπη που ήδη δοκιμάζεται από την άνοδο της ακροδεξιάς, την αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη γενικευμένη κόπωση των κοινωνιών, μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από μια απλή πρόωρη κάλπη.

Advertisement