Ο Νίκολας Μπράντραμ, ο 40χρονος πρώην τραπεζίτης που συνελήφθη πέρυσι σε σχέση με την υπόθεση του αποκαλούμενου «Putney Pusher», βρέθηκε νεκρός στο δυτικό Λονδίνο, με την οικογένειά του να ανακοινώνει στη συνέχεια ότι επρόκειτο για αυτοκτονία. Τώρα οι αδελφές του υποστηρίζουν ότι ο ίδιος περίμενε τα αποτελέσματα ενός τεστ DNA που, όπως πίστευε, θα αποδείκνυαν την αθωότητά του.
Ο Μπράντραμ είχε συλληφθεί τον περασμένο Ιούνιο, περισσότερα από εννέα χρόνια μετά την επίθεση στη γέφυρα του Πάτνεϊ. Το 2017, ένας άνδρας έσπρωξε μια γυναίκα που έκανε τζόκινγκ, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει στο οδόστρωμα, μπροστά από διερχόμενο λεωφορείο. Η γυναίκα επέζησε, ενώ το περιστατικό είχε καταγραφεί από κάμερα και είχε προκαλέσει μεγάλη δημοσιότητα στη Βρετανία.
Ο Μπράντραμ συνελήφθη μετά από έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου και αφέθηκε ελεύθερος υπό διερεύνηση. Δεν του ασκήθηκε δίωξη. Η οικογένειά του υποστηρίζει ότι η σύνδεσή του με την υπόθεση βασίστηκε σε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία έμοιαζε με τον άνδρα που είχε καταγραφεί στο βίντεο.
Μιλώντας στο BBC Radio 4, οι αδελφές του, Αλέξια Χικς και Σόφι Βόλκερ, υποστήριξαν ότι η σύλληψη και η δημοσιοποίηση της ταυτότητάς του προκάλεσαν τεράστια πίεση στον ίδιο. Όπως ανέφεραν, η αστυνομία εμφανίστηκε στο σπίτι του με μεγάλο αριθμό αστυνομικών και τον οδήγησε για ανάκριση, ενώ έξω από την κατοικία του βρίσκονταν ήδη δημοσιογράφοι.
Η οικογένεια υποστηρίζει επίσης ότι πληροφορίες από την έρευνα διέρρευσαν στα μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα ο Μπράντραμ να ταυτοποιηθεί δημόσια και να δεχθεί επιθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί για κάποιο αδίκημα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκαναν οι αδελφές του στο DNA. Σύμφωνα με την οικογένεια, ο Μπράντραμ είχε δώσει οικειοθελώς δείγμα DNA στην αστυνομία και περίμενε τα αποτελέσματα, θεωρώντας ότι αυτά θα μπορούσαν να τον απαλλάξουν από κάθε υποψία.
Οι δικηγόροι του, σύμφωνα με τις ίδιες, είχαν μάλιστα προτείνει να πραγματοποιηθεί ιδιωτικά η εξέταση, με τον ίδιο να είναι διατεθειμένος να πληρώσει το κόστος προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία. Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του φέρεται να ενημερώθηκε ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της εξέτασης.
«Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί υπήρχε τόση βιασύνη για να συλληφθεί και να εμφανιστεί η υπόθεση στον Τύπο, αλλά όχι η ίδια βιασύνη για να καθαρίσει το όνομά του», ανέφεραν οι αδελφές του.
Η οικογένεια του Μπράντραμ υποστηρίζει ότι η Μητροπολιτική Αστυνομία τον αντιμετώπισε με τρόπο που επιδείνωσε την κατάσταση και χαρακτηρίζει τους χειρισμούς της έρευνας «αμελείς» και «απερίσκεπτους». Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν θέσεις της οικογένειας και δεν έχουν κριθεί από δικαστήριο.
Η Met Police, από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι η έρευνα για την υπόθεση του «Putney Pusher» συνεχίζεται. Παράλληλα, παρέπεμψε στην Independent Office for Police Conduct (IOPC) την επαφή που είχε η αστυνομία με τον Μπράντραμ πριν από τον θάνατό του.
Η IOPC επιβεβαίωσε ότι έλαβε την παραπομπή και εξετάζει τα στοιχεία προκειμένου να αποφασίσει αν απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες. Η αστυνομία εξέφρασε τα συλλυπητήριά της στην οικογένεια και αναγνώρισε την ψυχολογική πίεση που μπορεί να προκαλέσει μια αστυνομική έρευνα στους εμπλεκόμενους και στις οικογένειές τους.
Η υπόθεση παραμένει ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς η αρχική επίθεση σημειώθηκε πριν από σχεδόν μία δεκαετία και η έρευνα βασίζεται σε αποδεικτικά και ιατροδικαστικά στοιχεία που χρειάζονται χρόνο για να αξιολογηθούν.
Οι αδελφές του Μπράντραμ επιμένουν ότι ο αδελφός τους ήταν αθώος και υποστηρίζουν ότι περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή τα αποτελέσματα του DNA που, σύμφωνα με την οικογένεια, θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν τη σχέση του με την υπόθεση. Τον περιέγραψαν ως έναν «ενθουσιώδη και γοητευτικό άνθρωπο» και οικογενειάρχη που, όπως είπαν, δεν άξιζε να βιώσει όσα πέρασε.