Για πρώτη φορά, Γαλλία και Γερμανία εμφανίζονται μαζί να ζητούν από την Ευρώπη ένα ισχυρό νέο εμπορικό «όπλο» με το βλέμμα στην Κίνα, έναν «διακόπτη έκτακτης ανάγκης» (kill switch), που ως έσχατο μέτρο θα μπορεί να κλείνει άμεσα την πόρτα της ενιαίας αγοράς όταν μια τρίτη χώρα προκαλεί σοβαρές και συστηματικές στρεβλώσεις.
Η κίνηση Μακρόν–Μερτς γίνεται μία εβδομάδα πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου και λίγες ημέρες πριν ο επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς μεταβεί, στις 8 και 9 Οκτωβρίου, στο Πεκίνο, έχοντας ζητήσει «απτά αποτελέσματα» για την επανεξισορρόπηση των εμπορικών σχέσεων ΕΕ–Κίνας.
Και το θέμα έχει ήδη περάσει στην ατζέντα των 27 καθώ σύμφωνα με το προσχέδιο συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής που έχει δει η HuffPost, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να καλέσουν την Κομισιόν να «ενισχύσει την εργαλειοθήκη της ΕΕ» για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των παγκόσμιων μακροοικονομικών ανισορροπιών. Το κείμενο δεν κατονομάζει την Κίνα ούτε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, ζητεί όμως παράλληλα επιτάχυνση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής ανανέωσης και της καινοτομίας και «μείωση των εξαρτήσεων»
Παρότι το γαλλογερμανικό κείμενο ούτε το προσχέδιο της Συνόδου κατονομάζουν ρητά την Κίνα, η συγκυρία όμως είναι σαφής δεδομένου ότι ο εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα έφθασε περίπου τα 360 δισ. ευρώ το 2025, ενώ η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από το Πεκίνο για κρίσιμες πρώτες ύλες και κυρίως σπάνιες γαίες.
Δύο νέα εργαλεία στο τραπέζι
Η κοινή γαλλογερμανική πρόταση έχει τη μορφή non–paper, δηλαδή ενός άτυπου, μη δεσμευτικού κειμένου που καταθέτει ιδέες προς συζήτηση χωρίς να αποτελεί ακόμη νομοθετική πρόταση.
Μακρόν και Μερτς ζητούν δύο νέα εργαλεία. Το πρώτο αφορά τη διαφοροποίηση των προμηθευτών, ώστε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού να μην εξαρτώνται υπερβολικά από μία χώρα ή έναν προμηθευτή.
Το δεύτερο είναι πολύ πιο επιθετικό και θα μπορεί να ενεργοποιείται όταν τρίτες χώρες επιχειρούν με «πολιτικά ή οικονομικά μέσα» να υπονομεύσουν τους ίσους όρους ανταγωνισμού, προκαλώντας «σοβαρές και συστηματικές στρεβλώσεις» στην ενιαία αγορά. Ως έσχατο μέτρο, θα μπορεί να φτάνει μέχρι την άμεση διακοπή πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι δύο ηγέτες προειδοποιούν ότι η «εργαλειοποίηση του εμπορίου», οι πρακτικές στρέβλωσης της αγοράς και οι παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες υπονομεύουν το διεθνές εμπορικό σύστημα, την ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση και την ικανότητα καινοτομίας, δημιουργώντας νέες εξαρτήσεις και «γεωοικονομικούς κινδύνους».
Το συνοδευτικό κείμενο μιλά για «ένα τεράστιο βιομηχανικό σοκ» που πλήττει κλάδους στην καρδιά του ευρωπαϊκού μοντέλου: αυτοκινητοβιομηχανία, φαρμακευτικά, αεροναυπηγική, χημικά και βιομηχανικά μηχανήματα.
Η γερμανική «Zeitenwende»
Η μετατόπιση του Βερολίνου είναι αξιοσημείωτη. Για χρόνια η Γερμανία κρατούσε χαμηλούς τόνους απέναντι στο Πεκίνο, όσο οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι κατασκευαστές μηχανημάτων της πουλούσαν μαζικά στην Κίνα. Μόλις πριν από δύο χρόνια δεν είχε στηρίξει τους ευρωπαϊκούς δασμούς στα επιδοτούμενα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Οι Financial Times μιλούν για μια νέα γερμανική Zeitenwende – κυριολεκτικά «αλλαγή εποχής», τον όρο που χρησιμοποίησε το Βερολίνο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία για τη μεγάλη στροφή της γερμανικής πολιτικής στην άμυνα και την ασφάλεια. Αυτή τη φορά αφορά το εμπόριο.
Οι περσινοί κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών έδειξαν πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος: η ευρωπαϊκή βιομηχανία προμηθευτών αυτοκινήτου είχε προειδοποιήσει ότι ορισμένα εργοστάσια και γραμμές παραγωγής αναγκάστηκαν να σταματήσουν λόγω ελλείψεων.
Η Κομισιόν θα μπορεί να κινείται πρώτη
Παρίσι και Βερολίνο προτείνουν και μια κρίσιμη αλλαγή στη διαδικασία. Αντί η Κομισιόν να περιμένει την έγκριση των κυβερνήσεων, θα μπορεί να ενεργεί και τα κράτη-μέλη θα πρέπει στη συνέχεια να συγκεντρώσουν ειδική πλειοψηφία για να μπλοκάρουν τα μέτρα – τουλάχιστον 55% των κρατών που εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού της ΕΕ.
Η λογική θυμίζει το αμερικανικό Section 301, που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να απαντά σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές με δασμούς ή άλλους περιορισμούς και χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα απέναντι στην Κίνα.
Το Πεκίνο έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ένα ευρωπαϊκό αντίστοιχο θα αποτελούσε «μονομερές προστατευτικό μέτρο» και ότι, εάν επιβληθούν περιορισμοί εις βάρος κινεζικών επιχειρήσεων ή προϊόντων, «θα απαντήσει αποφασιστικά».
Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη είναι πράγματι έτοιμη να χρησιμοποιήσει τα όπλα που δημιουργεί. Όπως το έθεσε Ευρωπαίος διπλωμάτης στους Financial Times: «Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη εργαλείων. Είναι η έλλειψη βούλησης να χρησιμοποιηθούν».