Ούτε οι πιο ψηλές και απομονωμένες κορυφές του πλανήτη φαίνεται να μπορούν να ξεφύγουν από την πλαστική ρύπανση. Μικροπλαστικά και νανοπλαστικά σωματίδια φτάνουν στο Έβερεστ καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μεταφερόμενα από τα ατμοσφαιρικά ρεύματα, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι η πλαστική ρύπανση δεν περιορίζεται στις πόλεις, στις θάλασσες ή στις περιοχές με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά έχει πλέον επεκταθεί ακόμη και στις πιο δυσπρόσιτες γωνιές της Γης.
Τα μικροπλαστικά είναι μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού με διάμετρο μικρότερη των 5 χιλιοστών, ενώ τα νανοπλαστικά είναι ακόμη μικρότερα, σε νανομετρική κλίμακα. Τα σωματίδια αυτά έχουν εντοπιστεί σε πλήθος περιβαλλοντικών δειγμάτων, από τους ωκεανούς μέχρι τους παγετώνες και τις ορεινές περιοχές.
Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη εντοπίσει μικροπλαστικά σε δείγματα χιονιού και νερού από την περιοχή του Έβερεστ. Ωστόσο, δεν ήταν σαφές σε ποιο βαθμό η υψηλότερη κορυφή του κόσμου δεχόταν συνεχή επιβάρυνση από τέτοιους ρύπους.
Πόσα μικροπλαστικά πέφτουν καθημερινά στο Έβερεστ
Η νέα έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από Κινέζους επιστήμονες έπειτα από μήνες παρακολούθησης στη βόρεια πλευρά του βουνού, έδειξε ότι η ατμόσφαιρα αποτελεί έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μηχανισμό μεταφοράς πλαστικών σωματιδίων στην περιοχή που αποκαλείται «Τρίτος Πόλος».
Στον ερευνητικό σταθμό Qomolangma, μια εγκατάσταση σε μεγάλο υψόμετρο στο Θιβέτ, καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 64 σωματίδια μικροπλαστικών ανά τετραγωνικό μέτρο ημερησίως.
Στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ, αντίστοιχα, η ποσότητα ήταν 23 σωματίδια ανά τετραγωνικό μέτρο την ημέρα. Η διαφορά δείχνει ότι η επιβάρυνση δεν προέρχεται αποκλειστικά από τους ορειβάτες και τους επισκέπτες της περιοχής, αλλά συνδέεται και με τη μεταφορά ρύπων μέσω της ατμόσφαιρας.
«Οι ρυθμοί εναπόθεσης μικροπλαστικών στον Σταθμό Qomolangma (64,0 σωματίδια ανά τετραγωνικό μέτρο ημερησίως) υπερβαίνουν σημαντικά εκείνους στην Κατασκήνωση Βάσης του Έβερεστ», αναφέρουν οι ερευνητές στη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Communications Earth & Environment.
Τα κυριότερα είδη πλαστικού που εντοπίστηκαν ήταν το πολυαμίδιο, το τερεφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET) και το πολυαιθυλένιο. Παράλληλα, στον ερευνητικό σταθμό καταγράφηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις μικρότερων νανοπλαστικών σε σύγκριση με την Κατασκήνωση Βάσης, μεταξύ των οποίων πολυαιθυλένιο, PET, πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) και πολυπροπυλένιο.
Οι εκτιμήσεις των επιστημόνων είναι ακόμη πιο ανησυχητικές σε ευρύτερη κλίμακα. Περισσότεροι από 56 τόνοι μικροπλαστικών σωματιδίων ενδέχεται να συσσωρεύονται κάθε χρόνο στο Οροπέδιο του Θιβέτ, σε υψόμετρα άνω των 4.000 μέτρων.
Πώς φτάνουν τα μικροπλαστικά στην υψηλότερη κορυφή του κόσμου
Η παρουσία πλαστικών στο Έβερεστ δεν οφείλεται μόνο στα απορρίμματα που αφήνουν πίσω τους οι ορειβάτες και οι τουρίστες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, σημαντικό ρόλο παίζει η ατμοσφαιρική κυκλοφορία, η οποία μεταφέρει τα μικροσκοπικά σωματίδια σε μεγάλες αποστάσεις, ακόμη και σε περιοχές με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περίοδος των μουσώνων, κατά την οποία παρατηρείται αύξηση της ποσότητας των μικροπλαστικών που φτάνουν στην επιφάνεια του εδάφους.
Το φαινόμενο συνδέεται με την αποκαλούμενη «υγρή εναπόθεση». Πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία ρύποι που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα μεταφέρονται στο έδαφος μέσω της βροχής, του χιονιού ή της ομίχλης.
Όταν σχηματίζονται σύννεφα, τα σταγονίδια νερού και οι κρύσταλλοι πάγου μπορούν να παγιδεύσουν μικροσκοπικά πλαστικά σωματίδια που βρίσκονται στον αέρα. Στη συνέχεια, με τις βροχοπτώσεις ή τις χιονοπτώσεις, τα σωματίδια καταλήγουν στην επιφάνεια του βουνού.
«Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ατμόσφαιρα ως μια αποτελεσματική οδό μεταφοράς πλαστικών στον “Τρίτο Πόλο”, γεγονός που ενέχει πιθανούς οικολογικούς κινδύνους», καταλήγουν οι ερευνητές.
Οι πιθανοί κίνδυνοι για το περιβάλλον και την υγεία
Η εξάπλωση των μικροπλαστικών και των νανοπλαστικών προκαλεί αυξανόμενο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα. Προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει τις πιθανές επιπτώσεις τους στους ζωντανούς οργανισμούς, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι η έκθεση σε ορισμένα σωματίδια μπορεί να συνδέεται με φλεγμονές, κυτταρικές βλάβες και διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος.
Ωστόσο, οι ακριβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, ιδίως από τη μακροχρόνια έκθεση σε νανοπλαστικά, εξακολουθούν να διερευνώνται.
Η νέα μελέτη προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο στην εικόνα της παγκόσμιας πλαστικής ρύπανσης: ακόμη και τα πιο απομονωμένα οικοσυστήματα του πλανήτη δεν είναι αποκομμένα από τους ρύπους που παράγονται σε άλλες περιοχές της Γης.