Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, δήλωσαν αθώοι ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου, μετά την άσκηση νέων κατηγοριών σε βάρος τους για συνωμοσία με σκοπό τον βασανισμό πολιτικών αντιπάλων τους.
Οι νέες κατηγορίες διευρύνουν το κατηγορητήριο κατά του 63χρονου Μαδούρο και της 70χρονης Φλόρες, οι οποίοι έχουν ήδη δηλώσει αθώοι στις κατηγορίες που σχετίζονται με την κατάχρηση εξουσίας για τη διευκόλυνση διακινητών ναρκωτικών στην εξαγωγή κοκαΐνης.
Το ζευγάρι συνελήφθη τον περασμένο Ιανουάριο από αμερικανικές δυνάμεις σε επιχείρηση στη Βενεζουέλα, κατόπιν εντολής του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη. Σήμερα εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστή Άλβιν Χέλερστιν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι ο Μαδούρο έδινε εντολές σε αξιωματούχους να βασανίζουν πολιτικούς της αντιπολίτευσης και στρατιωτικούς που θεωρούνταν ύποπτοι για συνωμοσία εναντίον του. Η φερόμενη πρακτική εντασσόταν, κατά την εισαγγελική εκδοχή, σε μια ευρύτερη προσπάθεια καταστολής των αντιπάλων του.
Η εντολή του 2014 και η στάση της Φλόρες
Ένα από τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο φέρεται να συνέβη το 2014. Τότε, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Μαδούρο έδωσε εντολή σε αξιωματούχους να απαγάγουν στρατιωτικούς και να τους ανακρίνουν προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για πιθανούς αντιφρονούντες.
Όταν ορισμένοι από τους στρατιωτικούς αρνήθηκαν να συνεργαστούν, ο Μαδούρο φέρεται να ζήτησε από τους αξιωματούχους «να τους πιέσουν σκληρότερα».
Η Σίλια Φλόρες, σύμφωνα με το ίδιο κατηγορητήριο, συμφώνησε με το σχέδιο, απορρίπτοντας μια εναλλακτική πρόταση που προέβλεπε τη διείσδυση στους κόλπους των αντιφρονούντων για τη συλλογή πληροφοριών.
Οι δύο κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται ότι συμμετείχαν οι ίδιοι αυτοπροσώπως σε πράξεις βασανιστηρίων. Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τη φερόμενη συνωμοσία για την τέλεση τέτοιων πράξεων.
Η δίκη τους έχει προγραμματιστεί για τις 14 Ιουνίου 2027, μετά τη μεταβολή της ημερομηνίας έναρξής της από το δικαστήριο. Εφόσον καταδικαστούν για το σύνολο των κατηγοριών, αντιμετωπίζουν βαριές ποινές κάθειρξης. Σύμφωνα με το Reuters, προβλέπεται υποχρεωτική ελάχιστη ποινή 50 ετών.
Πηγή: Reuters