Με αφορμή την Janeese Lewis George, τη δημοκρατική υποψήφια για τη δημαρχία της Ουάσινγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιορίστηκε σε πολιτική κριτική. Την αποκάλεσε «κομμουνίστρια» και προειδοποίησε ότι δεν θα αφήσει την αμερικανική πρωτεύουσα να «καταστραφεί» από μια τέτοια πολιτική δύναμη.
Αν ζούσε στις εποχές του Τζόζεφ Μακάρθι, πιθανότατα θα ένιωθε σαν στο σπίτι του. Η γλώσσα είναι σχεδόν ίδια: εσωτερικοί εχθροί, «ριζοσπάστες», «κομμουνιστές», απειλές κατά της Αμερικής, της θρησκείας, της τάξης και της ιδιοκτησίας. Μόνο που σήμερα δεν βρισκόμαστε στην ψυχροπολεμική δεκαετία του 1950. Βρισκόμαστε στο 2026, και η ταμπέλα του «κομμουνιστή» χρησιμοποιείται ξανά ως πολιτικό ρόπαλο εναντίον οποιουδήποτε βρίσκεται αριστερότερα από το κέντρο.
Η Lewis George δεν είναι μέλος κάποιου κομμουνιστικού κόμματος. Περιγράφεται ως δημοκρατική σοσιαλίστρια και έχει κατέβει με ατζέντα που αφορά την παιδική φροντίδα, την εκπαίδευση, τη στέγαση και την αντίθεση στη συνεργασία της τοπικής διοίκησης με τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες μετανάστευσης. Αυτά μπορεί κανείς να τα κρίνει, να τα αποδομήσει, να τα υπερασπιστεί ή να τα απορρίψει. Αλλά από εκεί μέχρι την κατηγορία ότι «έρχεται ο κομμουνισμός να καταστρέψει την πρωτεύουσα», η απόσταση είναι τεράστια και πολιτικά βολική.
Ο Τραμπ, βέβαια, δεν το κάνει πρώτη φορά. Στην πολιτική του γλώσσα, ο «κομμουνιστής» δεν είναι πάντοτε ακριβής ιδεολογικός χαρακτηρισμός. Είναι περισσότερο ένα σήμα κινδύνου προς το ακροατήριό του. Ένας τρόπος να συμπυκνώσει σε μία λέξη όλα όσα θέλει να παρουσιάσει ως απειλή: μετανάστευση, κοινωνικό κράτος, δικαιώματα, προοδευτικές δημοτικές πολιτικές, ακόμη και απλή φορολόγηση των πλουσιότερων.
Το μοτίβο έχει χτιστεί με συνέπεια. Το 2019, στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης, είχε διακηρύξει ότι η Αμερική «δεν θα γίνει ποτέ σοσιαλιστική χώρα». Την ίδια χρονιά, μιλώντας για τη Βενεζουέλα, την Κούβα και τη Νικαράγουα, δήλωνε ότι «οι μέρες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού είναι μετρημένες». Το 2023 πήγε ακόμη πιο μακριά, υποσχόμενος ότι θα «ξεριζώσει» τους «κομμουνιστές» και τους «μαρξιστές» από το εσωτερικό της χώρας. Το 2025, με προεδρική διακήρυξη για την «Εβδομάδα Αντικομμουνισμού», παρουσίασε τον κομμουνισμό ως ιδεολογία που άφησε πίσω της μόνο καταστροφή, καταπίεση και θάνατο. Και τώρα, το 2026, επαναφέρει την ίδια ρητορική στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, απέναντι σε δημοκρατικούς σοσιαλιστές υποψηφίους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τραμπ δεν περιορίζεται στην επίθεση. Παίζει και με την υπερβολή. Σε πρόσφατες δηλώσεις του είπε ειρωνικά ότι θα μπορούσε να γίνει «ο σπουδαιότερος κομμουνιστής στην Ιστορία», επειδή, όπως υποστήριξε, ο κομμουνισμός είναι «εύκολος να πουληθεί»: υπόσχεται δωρεάν σπίτια, δωρεάν φαγητό, δωρεάν τα πάντα. Μετά, λέει, έρχεται η κατάρρευση. Είναι η κλασική καρικατούρα: κάθε κοινωνική πολιτική εμφανίζεται ως προθάλαμος της πείνας, των ουρών και των γκουλάγκ.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική ουσία. Ο Τραμπ δεν κάνει θεωρητική συζήτηση για τον Μαρξ, τον Λένιν ή τα καθεστώτα του 20ού αιώνα. Κάνει προεκλογική ρητορική. Παίρνει τον φόβο που έχει ιστορικό βάθος στην αμερικανική κοινωνία και τον μετατρέπει σε εργαλείο πόλωσης. Αντί να μιλήσει για ενοίκια, ασφάλεια, ανισότητες, κόστος ζωής, δημόσιες υπηρεσίες και το δικαίωμα της Ουάσινγκτον στην αυτοδιοίκηση, μιλά για «κομμουνιστική απειλή».
Και κάπου εκεί ξυπνά το φάντασμα του Μακάρθι. Ο μακαρθισμός δεν ήταν απλώς αντικομμουνισμός. Ήταν η μετατροπή της πολιτικής διαφωνίας σε υποψία προδοσίας. Ήταν η λογική ότι ο αντίπαλος δεν έχει απλώς λάθος πρόγραμμα, αλλά είναι εχθρός του έθνους. Γι’ αυτό και η σύγκριση με το σήμερα δεν είναι υπερβολική ως προς τη γλώσσα: όταν κάθε προοδευτικός βαφτίζεται «κομμουνιστής», τότε η δημόσια συζήτηση δεν γίνεται πιο καθαρή· γίνεται πιο τοξική.
Η ιστορία, βέβαια, έχει μια ειρωνεία. Ο ίδιος ο Μακάρθι τελικά καταδικάστηκε από τη Γερουσία το 1954, όταν η Αμερική είδε πού οδηγεί η πολιτική του φόβου χωρίς όρια. Σήμερα, ο Τραμπ μοιάζει να ξαναδοκιμάζει την ίδια συνταγή σε νέα συσκευασία: όχι πια με φακέλους, ακροάσεις και μαύρες λίστες, αλλά με αναρτήσεις, συνθήματα, τηλεοπτικές ατάκες και προεκλογικά ακροατήρια.
Το ερώτημα δεν είναι αν ο Τραμπ είναι αντικομμουνιστής. Αυτό είναι προφανές. Το ερώτημα είναι αν ο αντικομμουνισμός του λειτουργεί ως πραγματική ιδεολογική θέση ή ως πολιτικό θέαμα. Γιατί όταν ο «κομμουνιστής» γίνεται ταμπέλα για κάθε αντίπαλο, τότε η λέξη παύει να εξηγεί και αρχίζει να συσκοτίζει.
Και αυτό ίσως είναι το πιο μακαρθικό στοιχείο απ’ όλα: όχι ο φόβος του κομμουνισμού, αλλά η χρήση του φόβου για να αποφευχθεί η πολιτική συζήτηση.