Σε μια ημέρα βαριάς ιστορικής μνήμης για τον Ελληνισμό, ανήμερα της επετείου της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η τουρκική εφημερίδα Türkiye κυκλοφόρησε με ένα πρωτοσέλιδο που δεν μπορεί να διαβαστεί ως απλή δημοσιογραφική υπερβολή. Με τίτλο «Οι Έλληνες ξύνονται», η φιλοκυβερνητική εφημερίδα επιχειρεί να ντύσει με χυδαία ειρωνεία την πάγια τουρκική αναθεωρητική ρητορική στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η επιλογή της ημερομηνίας δεν είναι τυχαία. Η 29η Μαΐου, η ημέρα που η Πόλη εάλω, παραμένει για τον Ελληνισμό μια μαύρη επέτειος, ένα τραύμα ιστορικό, πολιτισμικό και συμβολικό. Και ακριβώς πάνω σε αυτό το φορτισμένο υπόβαθρο, η Türkiye, μια εφημερίδα που κινείται σταθερά στη φιλοκυβερνητική τροχιά της Άγκυρας, επέλεξε να ανεβάσει τους τόνους απέναντι στην Ελλάδα.
Το πρωτοσέλιδο δεν περιορίζεται σε έναν προκλητικό τίτλο. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, στην πρώτη σελίδα δεσπόζει η εικόνα του Μωάμεθ του Πορθητή, ενώ η εφημερίδα κάνει λόγο για την Ελλάδα με τρόπο που αναπαράγει πλήρως το γνωστό αφήγημα της Άγκυρας: ότι δήθεν η Αθήνα αναζητά αφορμές έντασης, ότι προκαλεί, ότι «ξύνεται» για αντιπαράθεση.
Πρόκειται για αντιστροφή της πραγματικότητας. Διότι την ώρα που η Τουρκία επιμένει στη ρητορική της «Γαλάζιας Πατρίδας», αμφισβητεί δικαιώματα, εργαλειοποιεί χάρτες και συντηρεί μια ατμόσφαιρα διαρκούς πίεσης στο Αιγαίο, η Ελλάδα καλείται ξανά να εμφανιστεί ως ο «ένοχος» επειδή υπερασπίζεται τα αυτονόητα: την κυριαρχία της, τα σύνορά της και το διεθνές δίκαιο.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το λογοπαίγνιο που φέρεται να χρησιμοποιεί η εφημερίδα με τη λέξη «Kaşınıyorlar», τονίζοντας τη λέξη «Kaş», δηλαδή την τουρκική πόλη Κας, απέναντι από το Καστελλόριζο. Ένα λεκτικό παιχνίδι που δεν είναι καθόλου αθώο, καθώς παραπέμπει ευθέως στο ελληνικό ακριτικό νησί και εντάσσεται στη συστηματική προσπάθεια της τουρκικής προπαγάνδας να παρουσιάζει το Καστελλόριζο όχι ως ελληνικό νησί με πλήρη δικαιώματα, αλλά ως «ενόχληση» μέσα στον τουρκικό γεωπολιτικό σχεδιασμό.
Η Türkiye δεν είναι μια οποιαδήποτε εφημερίδα. Είναι ένα από τα μέσα που εκφράζουν, σχεδόν χωρίς φίλτρο, το κλίμα και τις προτεραιότητες του τουρκικού κυβερνητικού οικοσυστήματος. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για ένα απομονωμένο πρωτοσέλιδο ενός περιθωριακού εντύπου, αλλά για ακόμη ένα επεισόδιο στον επικοινωνιακό μηχανισμό που τροφοδοτεί τον εθνικισμό, τη νοσταλγία της αυτοκρατορικής ισχύος και την πίεση προς την Ελλάδα.
Αυτό ακριβώς καθιστά το πρωτοσέλιδο ακόμη πιο σοβαρό. Όταν ένα φιλοκυβερνητικό μέσο επιλέγει, ανήμερα της Άλωσης, να παρουσιάσει τους Έλληνες ως εκείνους που «ψάχνονται» για ένταση, τότε το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στο ελληνικό κοινό. Απευθύνεται και στο εσωτερικό της Τουρκίας, όπου η αντιπαράθεση με την Ελλάδα αξιοποιείται διαχρονικά ως εύκολο εργαλείο συσπείρωσης.
Η Άγκυρα γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη των συμβόλων. Γνωρίζει τι σημαίνει η 29η Μαΐου για την ελληνική ιστορική μνήμη. Γνωρίζει επίσης τι σημαίνει το Καστελλόριζο για την ελληνική κυριαρχία και για τη συζήτηση γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό και η πρόκληση δεν είναι στιγμιαία. Είναι μελετημένη. Είναι πολιτική. Είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, δεν έχει κανέναν λόγο να διολισθήσει στη γλώσσα της τουρκικής προπαγάνδας. Η απάντηση σε τέτοιου τύπου προκλήσεις δεν μπορεί να είναι ούτε η ψυχραιμία που μοιάζει με αδιαφορία ούτε η υπερβολή που παίζει στο γήπεδο της Άγκυρας. Η απάντηση είναι σταθερή: ιστορική μνήμη, εθνική αυτοπεποίθηση, διπλωματική εγρήγορση και ξεκάθαρη υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Διότι η Πόλη μπορεί να εάλω, αλλά η μνήμη δεν αλώθηκε. Και κάθε φορά που η τουρκική προπαγάνδα επιχειρεί να μετατρέψει μια μαύρη επέτειο σε εργαλείο επίδειξης ισχύος, υπενθυμίζει όχι την αυτοπεποίθησή της, αλλά την εμμονή της να ξαναγράφει την ιστορία με όρους σημερινής πολιτικής σκοπιμότητας.
Το πρωτοσέλιδο της Türkiye δεν είναι απλώς προκλητικό. Είναι αποκαλυπτικό. Δείχνει πώς ένα τμήμα του τουρκικού Τύπου, προσδεδεμένο στη γραμμή Ερντογάν, συνεχίζει να καλλιεργεί ένταση, να εργαλειοποιεί την Ιστορία και να μετατρέπει την ενημέρωση σε προπαγανδιστικό βραχίονα της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.
Και αυτό, ειδικά ανήμερα της 29ης Μαΐου, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.