Έξι μήνες πολέμου στον Περσικό Κόλπο δεν έχουν αφήσει πίσω τους μόνο έναν βαρύ γεωπολιτικό απολογισμό. Έχουν δημιουργήσει και έναν τεράστιο οικονομικό λογαριασμό, ο οποίος περνά από τα Στενά του Ορμούζ και τις διεθνείς αγορές ενέργειας στα ευρωπαϊκά εργοστάσια, στις ελληνικές επιχειρήσεις και τελικά στην τσέπη του καταναλωτή.
Η εξάμηνη οικονομική ανασκόπηση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), με στοιχεία από ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΔΟΕ, Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ, αποτιμά την ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση της Ευρώπης στα 145 δισ. ευρώ, ενώ για την Ελλάδα ο λογαριασμός υπολογίζεται περίπου στα 3 δισ. ευρώ.
Τα 85 δισ. της ευρωπαϊκής ενέργειας
Η πρώτη μεγάλη πληγή είναι η ενέργεια. Ο περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ εκτόξευσε πετρέλαιο, καύσιμα και φυσικό αέριο, με τις διεθνείς τιμές τον Ιούλιο να παραμένουν περίπου 30% υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα.
Μόνο ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός της ΕΕ εκτιμάται στα 85 δισ. ευρώ. Σε αυτά προστίθενται περίπου 30 δισ. από την απώλεια οικονομικής δραστηριότητας, 25 δισ. πληθωριστικής επιβάρυνσης, 15 δισ. από μεταφορές και εφοδιαστικές αλυσίδες και περίπου 15 δισ. δημοσιονομικού κόστους.
Τα 3 δισ. που πληρώνει η Ελλάδα
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η ελληνική εικόνα. Από τα περίπου 3 δισ. ευρώ της συνολικής επιβάρυνσης, το ΕΒΕΠ υπολογίζει:
- 1,5 δισ. ευρώ πρόσθετο ενεργειακό κόστος
- 600 εκατ. ευρώ απώλεια τζίρου
- 500 εκατ. ευρώ κόστος μεταφορών και εφοδιασμού
- 400 εκατ. ευρώ δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται επιπλέον κοντά στο 1 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να προστίθεται αυτοτελώς, καθώς μέρος της περιλαμβάνεται ήδη στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Και όλα αυτά ενώ η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ρυθμό 2% το πρώτο εξάμηνο του 2026 και ο πληθωρισμός υποχώρησε από 3,9% τον Ιούνιο σε 2,7% τον Ιούλιο. Η ακρίβεια, όμως, εξακολουθεί να ροκανίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και να πιέζει τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η ιδιαίτερη περίπτωση της ελληνικής ναυτιλίας
Η εικόνα είναι διπλή στη ναυτιλία. Η ακτοπλοΐα επιβαρύνεται από τα ακριβότερα ναυτιλιακά καύσιμα, ενώ η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία μπορεί να επωφελείται από υψηλότερους ναύλους. Τα αυξημένα έσοδα, ωστόσο, συνοδεύονται από μεγαλύτερα ασφάλιστρα κινδύνου, ακριβότερα καύσιμα και μεγαλύτερη διάρκεια ταξιδιών και δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την πίεση που δέχονται βιομηχανία, εμπόριο, τουρισμός, μεταφορές και νοικοκυριά.
Οι έξι φάσεις και ο φόβος της οικονομικής «D-Day»
Το ΕΒΕΠ χωρίζει το εξάμηνο σε έξι διαφορετικές φάσεις: από τη στρατιωτική κλιμάκωση στα τέλη Φεβρουαρίου και τη διαταραχή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, μέχρι την προσωρινή αποκλιμάκωση του Μαΐου και τη νέα ένταση που ακολούθησε.
Η έκτη φάση, τον Αύγουστο, βρίσκει σύμφωνα με την ανασκόπηση την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με την απειλή μιας οικονομικής «D-Day», καθώς η διακοπή του διπλωματικού διαλόγου επαναφέρει την κατάσταση στο «σημείο μηδέν» και δημιουργεί τον κίνδυνο το κόστος για την Ευρώπη να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Κορκίδης: «Η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή»
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και αντιπρόεδρος της ASCAME, Βασίλης Κορκίδης, προειδοποιεί ότι ο πόλεμος έχει πλέον μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό παράγοντα.
Το βασικό μήνυμα της ανασκόπησης συμπυκνώνεται στη φράση του: «Η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή».
Το ΕΒΕΠ ζητά ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στα logistics hubs, ενίσχυση της αγροδιατροφής και, κυρίως, επιστροφή σε ένα περισσότερο παραγωγικό μοντέλο με ισχυρότερη εγχώρια και ευρωπαϊκή παραγωγή. Διότι πλέον η οικονομική ανθεκτικότητα, όπως επισημαίνει, δεν αποτελεί απλώς επιλογή πολιτικής αλλά προϋπόθεση ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.