Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να κατοικεί στον Λευκό Οίκο, αλλά η πολιτική Αμερική έχει ήδη αρχίσει να συζητά τι θα ακολουθήσει όταν φύγει. Η νύχτα της 3ης Νοεμβρίου 2026 δεν ήταν απλώς μια κακή εκλογική βραδιά για τους Ρεπουμπλικανούς. Ήταν μια πανεθνική αποδοκιμασία που ανέτρεψε τον συσχετισμό δυνάμεων στο Κογκρέσο και έδωσε στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Η λέξη «στραπάτσο» μπορεί να ακούγεται σκληρή. Αλλά περιγράφει το πολιτικό μέγεθος της ήττας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τραμπισμός εξαφανίστηκε μέσα σε μία νύχτα. Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρος μέχρι τον Ιανουάριο του 2029, διαθέτει ισχυρή εκλογική βάση και εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά το κόμμα του. Σημαίνει, όμως, ότι η μάχη για την επόμενη Αμερική ξεκίνησε πρόωρα. Και αυτή τη φορά δεν είναι μόνο μάχη δύο κομμάτων. Είναι μάχη γενεών, ιδεών, φύλων και πολιτικών ταυτοτήτων.
Τι πλήρωσε ο Τραμπ στις κάλπες
Οι πρώτες αναλύσεις του αποτελέσματος καταγράφουν την ακρίβεια και το κόστος ζωής, την επιβάρυνση από τις εμπορικές επιλογές, τη σύγκρουση με το Ιράν και την απογοήτευση για το ύφος και τις πρακτικές διακυβέρνησης. Στο Τέξας, σε πολιτείες της μεσοδυτικής Αμερικής και σε κρίσιμες περιφέρειες, οι Δημοκρατικοί πέτυχαν νίκες που πριν από λίγο καιρό έμοιαζαν εξαιρετικά δύσκολες. Το μήνυμα δεν είναι κατ’ ανάγκην ότι όλοι οι ψηφοφόροι έγιναν Δημοκρατικοί. Είναι ότι αρκετοί αρνήθηκαν να δώσουν στον Τραμπ άλλη μια λευκή επιταγή.
Με το νέο Κογκρέσο, από τον Ιανουάριο του 2027, ο πρόεδρος θα πρέπει να αντιμετωπίσει κοινοβουλευτικό έλεγχο, έρευνες και πολύ δυσκολότερες διαπραγματεύσεις για τα νομοσχέδιά του. Η εκλογική ήττα δεν τον απομακρύνει από την εξουσία. Περιορίζει, όμως, το πεδίο ελιγμών του και αλλάζει τις ισορροπίες ενόψει του 2028.
Ρεπουμπλικανοί: Ποιος θα κληρονομήσει τον τραμπισμό;
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς παραμένει το προφανές πρώτο όνομα. Νεότερος, αναγνωρίσιμος, με πρόσβαση στους μηχανισμούς και στους χρηματοδότες του κινήματος MAGA, εμφανίζεται ως ο φυσικός διάδοχος. Μόνο που η εγγύτητά του στον Τραμπ είναι πια δίκοπο μαχαίρι: του προσφέρει τη βάση, αλλά τον συνδέει με αποφάσεις και αποτυχίες τις οποίες πολλοί πολίτες μόλις αποδοκίμασαν. Θα μπορέσει να υποσχεθεί αλλαγή χωρίς να αποκηρύξει τον άνθρωπο που τον ανέδειξε;
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προβάλλει ως σοβαρή εναλλακτική. Διαθέτει πολυετή πολιτική εμπειρία, ισχυρό εθνικό προφίλ και δυνατότητα επικοινωνίας με παραδοσιακούς συντηρητικούς αλλά και με τμήμα των Ρεπουμπλικανών που δεν θέλουν μια απλή επανάληψη του σημερινού μοντέλου. Το πρόβλημά του είναι ότι και ο ίδιος ταυτίζεται με την εξωτερική πολιτική της παρούσας κυβέρνησης.
Ο Ρον ΝτεΣάντις, κυβερνήτης της Φλόριντα, παραμένει μια πιθανή επιστροφή στην κούρσα. Ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, με τη δική του συντηρητική βάση, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ θα μπορούσε να επιχειρήσει να μετατρέψει το οικογενειακό όνομα σε πολιτική υποψηφιότητα. Πρόκειται, ωστόσο, για ενδεχόμενα, όχι για ανακοινωμένες διεκδικήσεις.
Υπάρχουν και γυναίκες στην ευρύτερη ρεπουμπλικανική εξίσωση. Η Νίκι Χέιλι, πρώην κυβερνήτης της Νότιας Καρολίνας και πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, διαθέτει εμπειρία προκριματικής αναμέτρησης και απευθύνεται σε πιο παραδοσιακό συντηρητικό ακροατήριο. Η κυβερνήτης του Άρκανσο Σάρα Χάκαμπι Σάντερς διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με το στρατόπεδο Τραμπ. Καμία, όμως, δεν έχει εξασφαλίσει θέση στην πρώτη γραμμή του 2028.
Το βασικό ερώτημα για τους Ρεπουμπλικανούς δεν είναι μόνο «ποιο πρόσωπο;». Είναι «ποιο κόμμα;». Ένα MAGA χωρίς Τραμπ, μια επιστροφή στον κλασικό αμερικανικό συντηρητισμό ή μια νέα σύνθεση των δύο;
Δημοκρατικοί: Πολλοί διεκδικητές, κανένας αναμφισβήτητος αρχηγός
Στην αντίπαλη όχθη, η επιτυχία των ενδιάμεσων εκλογών δεν έλυσε το πρόβλημα ηγεσίας. Αντίθετα, γέμισε το τραπέζι με πρόσωπα που δικαιούνται να πιστεύουν πως έχουν πιθανότητες για την προεδρική υποψηφιότητα. Ο Γκάβιν Νιούσομ, απερχόμενος κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, έχει αναδειχθεί σε επιθετικό αντίπαλο του Τραμπ. Έχει αναγνωρισιμότητα και χρηματοδοτικές δυνατότητες, αλλά πρέπει να πείσει ότι μπορεί να εκφράσει και την Αμερική έξω από τις μεγάλες φιλελεύθερες μητροπόλεις.
Ο γερουσιαστής Τζον Όσοφ επανεξελέγη στην Τζόρτζια και απέκτησε πρόσθετο πολιτικό βάρος σε μία ανταγωνιστική πολιτεία. Ο Τζος Σαπίρο πέτυχε καθαρή επανεκλογή στην Πενσιλβάνια και προβάλλει το προφίλ ενός μετριοπαθούς, αποτελεσματικού κυβερνήτη. Ο κυβερνήτης του Μέριλαντ Γουές Μουρ και ο κυβερνήτης του Ιλινόι Τζέι Μπι Πρίτσκερ συζητούνται επίσης ως πρόσωπα με προεδρικές δυνατότητες. Ο πρώην υπουργός Μεταφορών Πιτ Μπούτιτζετζ διατηρεί εθνική αναγνωρισιμότητα και ισχυρή επικοινωνιακή παρουσία.
Πρέπει να ξεχωρίσουμε και την κομματική από την προεδρική ηγεσία. Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ένας ενιαίος «αρχηγός» όπως συχνά εννοούμε τον όρο στην Ελλάδα. Ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή, βρίσκεται σε τροχιά να γίνει πρόεδρός της, ενώ ο Τσακ Σούμερ διεκδικεί ισχυρό ρόλο στη Γερουσία. Αυτές οι κοινοβουλευτικές θέσεις δεν ταυτίζονται με το χρίσμα για τον Λευκό Οίκο.
Η μάχη των γυναικών και των πολιτικών γενεών
Η Κάμαλα Χάρις δεν έχει εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη, παρά την ήττα της το 2024. Διατηρεί δίκτυα, εμπειρία και αναγνώριση, αλλά θα χρειαστεί να εξηγήσει γιατί μια δεύτερη προσπάθεια θα είχε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ εκφράζει τη νεότερη, προοδευτική και ιδιαίτερα δραστήρια πτέρυγα. Θα κινηθεί προς τη Γερουσία, προς τον Λευκό Οίκο ή προς τη διαμόρφωση της ατζέντας του κόμματός της; Η απάντηση θα επηρεάσει ολόκληρη την κούρσα.
Η Γκρέτσεν Γουίτμερ, κυβερνήτης του Μίσιγκαν που ολοκληρώνει τη θητεία της, παραμένει όνομα με ειδικό βάρος. Και η εκλογική βραδιά έδωσε νέες ηγετικές φιγούρες στις γυναίκες: η Κίσα Λανς Μπότομς εξελέγη στην Τζόρτζια και θα γίνει η πρώτη μαύρη γυναίκα κυβερνήτης αμερικανικής πολιτείας, ενώ η Ντεμπ Χάαλαντ στο Νέο Μεξικό θα γίνει η πρώτη γυναίκα ιθαγενής Αμερικανίδα κυβερνήτης. Δεν σημαίνει ότι είναι υποψήφιες πρόεδροι. Σημαίνει ότι διευρύνεται θεαματικά η δεξαμενή ηγεσίας.
Μπορεί να δούμε μουσουλμάνο πρόεδρο ή υπουργό των ΗΠΑ;
Εδώ βρίσκεται μία από τις ιστορικότερες ειδήσεις της 3ης Νοεμβρίου: ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, γιατρός και πρώην επικεφαλής υπηρεσιών δημόσιας υγείας, εξελέγη γερουσιαστής στο Μίσιγκαν. Είναι ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στην αμερικανική Γερουσία. Γεννήθηκε στο Μίσιγκαν από οικογένεια αιγυπτιακής καταγωγής και κέρδισε απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, παρά μια εξαιρετικά πολωμένη προεκλογική εκστρατεία. Η εκλογή του δεν τον καθιστά αυτομάτως προεδρικό διεκδικητή. Τον αναδεικνύει, όμως, σε νέο πρόσωπο εθνικής εμβέλειας.
Ο Ζόραν Μαμντάνι, από την πλευρά του, είναι ήδη ο πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος της Νέας Υόρκης, έχοντας αναλάβει την 1η Ιανουαρίου 2026. Η δική του πολιτική άνοδος αποδεικνύει ότι η μουσουλμανική ταυτότητα δεν αποκλείει την εκλογή σε μια κορυφαία μητροπολιτική θέση. Ωστόσο υπάρχει μία ουσιώδης συνταγματική διαφορά: ο Μαμντάνι γεννήθηκε στην Ουγκάντα και απέκτησε αργότερα την αμερικανική υπηκοότητα. Επομένως δεν πληροί την προϋπόθεση του «εκ γενετής πολίτη» για την προεδρία, ενώ ο γεννημένος στις ΗΠΑ Ελ-Σαγιέντ μπορεί, εφόσον πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις, να θέσει υποψηφιότητα κάποτε.
Το αμερικανικό Σύνταγμα απαγορεύει τη θρησκευτική δοκιμασία για δημόσιο αξίωμα. Κατά συνέπεια ένας μουσουλμάνος μπορεί νομικά να είναι επικεφαλής κομματικού μηχανισμού, υπουργός, γερουσιαστής ή πρόεδρος, εφόσον πληροί τις διαφορετικές προϋποθέσεις κάθε αξιώματος. Δεν υπάρχει συνταγματικό «απαγορευτικό» λόγω πίστης. Υπάρχουν βέβαια πολιτικά εμπόδια, προκαταλήψεις, εκλογικοί συσχετισμοί και πραγματικές μάχες για αποδοχή. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι «επιτρέπεται;», αλλά «μπορεί να κερδίσει την αναγκαία πλειοψηφία;».
Η επόμενη Αμερική και το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Για την Ευρώπη, την Ελλάδα και την Κύπρο, η διαδοχή του Τραμπ δεν είναι τηλεοπτικό θέαμα. Η σχέση με το ΝΑΤΟ, οι δασμοί, η ενεργειακή ασφάλεια, ο πόλεμος και η ειρήνη στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο θα επηρεαστούν από την πολιτική κατεύθυνση της επόμενης κυβέρνησης. Ο Ρούμπιο, ο Βανς, ο Νιούσομ, ο Όσοφ, ο Σαπίρο ή ένα πρόσωπο που ακόμη δεν έχει αναδειχθεί θα φέρουν πολύ διαφορετικές προτεραιότητες.
Το κρισιμότερο είναι ότι το 2028 δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τα «αντί-Τραμπ» αισθήματα. Οι Δημοκρατικοί θα χρειαστούν πειστική οικονομική πρόταση και πρόσωπο ικανό να ενώνει προοδευτικούς και μετριοπαθείς. Οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα διατηρήσουν το προσωπικό πολιτικό μοντέλο του Τραμπ ή θα επιχειρήσουν μια νέα αρχή. Και ο ίδιος ο Τραμπ, μολονότι η 22η Τροπολογία του Συντάγματος δεν του επιτρέπει να εκλεγεί τρίτη φορά, θα προσπαθήσει πιθανότατα να καθορίσει ποιος θα διεκδικήσει την κληρονομιά του.
Η εποχή Τραμπ δεν τελείωσε στις 3 Νοεμβρίου 2026. Αλλά από εκείνη τη νύχτα έχει πλέον αρχίσει η αντίστροφη πολιτική μέτρηση. Και η πιο συναρπαστική πτυχή της δεν είναι μόνον ποιος θα κατοικήσει στον Λευκό Οίκο. Είναι ποια Αμερική θα εκπροσωπεί.