Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και την ουσιαστική διακοπή της ενεργειακής συνεργασίας ανάμεσα στο Βερολίνο και τη Μόσχα, ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρότινος έμοιαζε εξαιρετικά μακρινό φαίνεται να επανέρχεται στη συζήτηση: Η επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στη Γερμανία μέσω πολιτικών διαύλων που συνδέονται με την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD).
Σύμφωνα με το Reuters, ο Κιρίλ Ντμίτριεφ, ο οποίος έχει αναλάβει για λογαριασμό του Κρεμλίνου τις επαφές υψηλού επιπέδου σε οικονομικά ζητήματα, βρίσκεται σε συζητήσεις με την ηγεσία της AfD για τη διοργάνωση συνάντησης τον Μάρτιο του 2027. Δύο πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές συνομιλίες αναφέρουν ότι βασικό αντικείμενο θα είναι η πιθανότητα επαναφοράς των ρωσικών ενεργειακών ροών προς τη Γερμανία.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στους αγωγούς Nord Stream. Πριν από τον πόλεμο αποτελούσαν βασικό πυλώνα της ενεργειακής συνεργασίας Ρωσίας και Γερμανίας, ενώ μετά τις εκρήξεις του Σεπτεμβρίου του 2022 μετατράπηκαν σε σύμβολο της βαθιάς ρήξης μεταξύ της Μόσχας και της Δύσης.
Στη συνάντηση, εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί, αναμένεται να δώσουν το «παρών» οι δύο συμπρόεδροι της AfD, Άλις Βάιντελ και Τίνο Χρουπάλα. Μεταξύ των χωρών που εξετάζονται ως πιθανοί χώροι διεξαγωγής είναι το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία.
Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι η πραγματοποίηση της συνάντησης θα προϋπέθετε την επίτευξη προηγουμένως ενός πλαισίου ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Στόχος των διοργανωτών φέρεται να είναι η δημιουργία μιας πλατφόρμας στην οποία θα συμμετέχουν η AfD, η Ρωσία και, ενδεχομένως, εκπρόσωποι των ΗΠΑ.
Να σημειωθεί ότι πριν από την εισβολή του 2022 και την επιβολή των κυρώσεων, η Ρωσία αποτελούσε βασικό προμηθευτή της Γερμανίας σε ενεργειακά προϊόντα. Κάλυπτε περισσότερο από το ένα τρίτο των εισαγωγών αργού πετρελαίου και πάνω από το 50% των εισαγωγών φυσικού αερίου της χώρας.
Η διακοπή των ρωσικών προμηθειών είχε σημαντικές συνέπειες για τη γερμανική οικονομία. Παράλληλα, οι εκρήξεις στους αγωγούς Nord Stream τον Σεπτέμβριο του 2022 σηματοδότησαν ουσιαστικά το τέλος της προηγούμενης ενεργειακής σχέσης ανάμεσα στο Βερολίνο και τη Μόσχα.
Η Άλις Βάιντελ έχει ταχθεί επανειλημμένα υπέρ της επανέναρξης των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η ίδια έχει υποστηρίξει ότι η πρόσβαση της γερμανικής βιομηχανίας σε φθηνή ρωσική ενέργεια αποτελούσε επί χρόνια σημαντικό πλεονέκτημα για την οικονομία της χώρας.
Προσπάθεια AfD να αποκτήσει ρόλο στην εξωτερική πολιτική
Η ενδεχόμενη συνάντηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και λόγω της προσπάθειας της AfD να ενισχύσει τον ρόλο της στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Παρότι το κόμμα δεν συμμετέχει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η εκλογική του ενίσχυση έχει επηρεάσει σημαντικά το πολιτικό σκηνικό στη Γερμανία.
Η AfD κατέγραψε πρόσφατα σημαντική επίδοση στις περιφερειακές εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ και συνεχίζει να διατηρεί ισχυρή παρουσία κυρίως στα ανατολικά κρατίδια της χώρας, όπου το ζήτημα των σχέσεων με τη Ρωσία έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Το κόμμα υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση της ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας.
Αντιδράσεις στη Γερμανία
Η προοπτική μιας νέας προσέγγισης με τη Μόσχα έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας.
Ο βουλευτής των Πρασίνων Μίχαελ Κέλνερ, ο οποίος είχε την ευθύνη για θέματα ενεργειακής πολιτικής κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης, προειδοποίησε κατά μιας επιστροφής σε καθεστώς ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία.
«Δεν μπορούμε να επαναλάβουμε τα λάθη της ενεργειακής κρίσης» ανέφερε, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η Μόσχα αξιοποιεί την ενέργεια ως μέσο άσκησης επιρροής.
Από την πλευρά του, ο Ρόντεριχ Κίσεβετερ, βουλευτής των Χριστιανοδημοκρατών του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, εξέφρασε επίσης ανησυχίες, εκτιμώντας ότι μια επαναλειτουργία του Nord Stream θα μπορούσε να επηρεάσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η AfD, πάντως, συνεχίζει να υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση της ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως λύση στα προβλήματα ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει η γερμανική οικονομία.
Οι συγκεκριμένες επαφές πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία το Βερολίνο εξακολουθεί να προσαρμόζεται στη νέα ενεργειακή πραγματικότητα μετά την απώλεια της φθηνής ρωσικής ενέργειας, ενώ την ίδια στιγμή η Μόσχα επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους πολιτικής και οικονομικής επιρροής στην Ευρώπη.